Τους χαρακτήρισαν το καλύτερο ιδεολογικό δίδυμο του περασμένου αιώνα. Ο λόγος για τον Περικλή Γιαννόπουλο και τον Ίωνα Δραγούμη. Και ναι μεν ο Περικλής Γιαννόπουλος μπορεί (εξ όσων γνωρίζουμε) να μην έφτασε στα επίπεδα πολιτικής δράσης του Ίωνα, αλλά όσον αφορά την πρωτοπορία των ιδεών ήταν ισάξιος του Δραγούμη, έχοντας στα υπέρ του και τις ιδιαίτερες πινελιές με τις οποίες η ιδιοφυΐα του πρωτοπορώντας χρωμάτισε και χαρακτήρισε, το ιδεολογικό τοπίο του περασμένου αιώνα.
Η Ελληνική φύση και χώρος και ο ελληνισμός που διαχρονικά ενυπάρχει σε αυτόν αποτέλεσαν για τον Γιαννόπουλο, τους υποστηρικτικούς πυλώνες του εθνικιστικού ιδεολογικού οικοδομήματός του. Μέσα από την ορμητικότητα των κειμένων του και του χειμαρρώδους λόγου του, ο Γιαννόπουλος προσπάθησε να συμπαρασύρει τον ελληνισμό της εποχής του (και όχι μόνον), σε ένα νέο ξεκίνημα και σε μια αναγέννηση, διά μέσου του αποκαθαρμού της ελληνικότητας από όλα τα ξένα στοιχεία που μέχρι τότε είχαν προσκολληθεί και επικαθίσει αλλιώτικα, στο πνεύμα και το σώμα του ελληνισμού. Ως εξαγνιστής και με κείμενα γραμμένα με τσεκούρι, ο Γιαννόπουλος θέλησε, εφαρμόζοντας τη “μέθοδο της φωτιάς”, να αποκαθάρει το ανθρωπο-γεωγραφικό τοπίο του ελληνισμού, το οποίο από αιώνες υφίστατο (και υφίσταται) την επέλαση ιδεολογικο-βιωματικών ιδεών ξένων, προς τον ελληνισμό, και τον χώρο στον οποίον αυτός μεγαλούργησε, (παρά τις εναντίον του ποικιλότροπες επιθέσεις) εδώ και αιώνες.
Φωτιά και Τσεκούρι επικαλούνταν και ο Περικλής Γιαννόπουλος ως μέθοδο μέσα από τα κειμενά του, προκειμένου να εξαγνίσει τον ελληνισμό.
“Έχετε βαρύτατα, υπεράνθρωπα καθήκοντα να εκτελέσετε”, έλεγε στους Έλληνες. “Χωρίς να τα εκτελείτε, δεν έχετε κανένα δικαίωμα να φέρετε το όνομα Έλλην”. “Ήθελε να αναγεννήσει το ελληνικόν” έγραψε τότε ο ιστορικός ιδρυτής της “Ακροπόλεως” Βλάσσης Γαβριηλίδης, “να μεταβάλει τους Ρωμηούς εις Έλληνας. Τους ήθελε να επανέλθουν στην παλιά τους δόξα, να γίνουν πάλι το άλας της γης”.
“Πρώτα Έλληνες” φώναζε ο Γιαννόπουλος. Πριν και πάνω από όλα. Θέλοντας δε διαμέσω του καθαρμού, να φτάσει στην πρωταρχική ιδεολογικο-βιωματική καθαρότητα του ελληνισμού, τάχθηκε αναφανδόν, υπέρ της επιστροφής του ελληνισμού στην ζωοφόρα πηγή της αρχετυπικής αυθεντικής, ακατέργαστης ελληνικότητάς του. Στα πλαίσια αυτής της σκέψης, η ελληνική φύση και τα στοιχεία της αποτελούν για τον Γιαννόπουλο, τους θεμέλιους λίθους του οικοδομήματος του ελληνισμού.
Η ιερότητα της γης
Γιατί για τον Γιαννόπουλο ο Έλληνας, είναι γέννημα και δημιουργός της ελληνικής φύσης και του ελληνικού χώρου. Κατά συνέπεια σε αυτήν την αδιαίρετη σχέση μεταξύ του ελληνισμού και του φυσικού του χώρου, το κάθε στοιχείο της ελληνικής φύσης αποκτά μοναδικό ενδιαφέρον και ουσία. Δέντρα και φυτά, πέτρες και γη, ουρανός και θάλασσα, συνιστούν για τον Γιαννόπουλο μοναδικότητες του ελληνικού φαινομένου. Μία μοναδικότητα που για τον Γιαννόπουλο εξυψώνεται στο όλον “της πολύχρωμης ιεράς τέφρας που είναι η ελληνική γη, η μητέρα μας γη, η γή μας”. Ορίζοντας λοιπόν ο Περικλής Γιαννόπουλος σαν θεμέλιο αξιακό χώρο του Έλληνα την ελληνική φύση και τα στοιχεία της, επιτέθηκε με σφοδρότητα κατά οποιασδήποτε ξενομανίας, χαρακτηρίζοντάς την “προϊόν αμάθειας και ξιπασιάς”.
“Το κτύπημα της ξενομανίας είναι το πρώτο κίνημα, ο πρώτος αγών των ποθούντων να αγωνισθούν διά μιαν αρχήν Ελλάδος”, έγραφε τότε. Και αναδεικνύοντας γι’ ακόμη μια φορά τα στοιχεία της ελληνικής φύσης ως ύψιστα δημιουργήματα και ως τα ενδεικτικότερα για την βιο-φύση του Έλληνα προέτρεπε: “Πετάξετε τα βάζα και τα χρυσόχορτα και όλα αυτά τα παλιοπράγματα τα μαζεμένα από τα ευρωπαϊκά χωριά. Ένα κανάτι ξύλινον της Κορίνθου από το αρωματώδες κυπαρίσσι με τα ωραία του στεφάνια και με ολίγα άνθη του αγρού μέσα, είναι κομψοτέχνημα που θα το εζήλευεν ο κάθε ευρωπαίος καλλιτέχνης”. Απαλλαγμένος λοιπόν από την ξενομανία του, ο Έλληνας θα ήταν (κατά τον Γιαννόπουλο) ελεύθερος να ασχοληθεί με τα της φύσης του. Της ελληνικής του φύσης, του ελληνικού του “είναι”.
“Ελληνική φυλή, ο μεγαλύτερος εχθρός σου είναι ο εαυτός σου” έλεγε ο Γιαννόπουλος και καλούσε τον ελληνισμό να υπερβεί Νιτσεϊκκά τον αποελληνοποιημένο εαυτό του, φτά;νοντας ξανά στην υπέρτατη θέση που η ανθρώπινη ιστορία του είχε ορίσει. Αυτή όμως η Νιτσεϊκή υπέρβαση στην οποίαν ο Γιαννόπουλος καλούσε τον ελληνισμό, απαιτούσε (και απαιτεί) ελεύθερον σκέπτεσθαι και ανδροπρεπή χαρακτηριστικά.
Γι’ αυτό και τους “μαστίγωνε” λέγοντας τους “αν σκιάζεσθε να σκεφτείτε ελεύθερα, αν φοβάσθε να σταθείτε ορθοί σαν άνδρες, τότε ξαναβουτήξετε στο ροχαλητό σας”. Και συνέχιζε: “Ζωντόβολα μη φοβάσθε την αλήθεια. Η αλήθεια δεν σκοτώνει. Τα ψέμματα καταπατούν τους λαούς”.
Εννοώντας ως ψέμματα, όλα τα αναληθή με τα οποία έχει διαποτισθεί και τραφεί πνευματικά ο ελληνισμός εδώ και αιώνες, αποκτώντας κατά συνέπεια μια διαχρονική ιδεολογικο-βιωματική στρέβλωση, περί του τι εστί ελληνισμός, ελληνικό πνεύμα και ελληνικός βίος.
“Πάς Έλλην έχει το δικαίωμα άγριας υπερηφάνειας, προ των σημερινών λαών και των παλιανθρωπισμών των βασιλιάδων των, με τα εμετικώς μπακάλικα και αναιδώς λωποδύτικα ιδανικά των” κραύγαζε ο Γιαννόπουλος στους Έλληνες, μπας και τους ξυπνήσει από την πνευματική οκνηρία και εθελοδουλεία που τους διακατείχε έναντι των ξένων. Και μπορεί όπως προείπαμε ο Γιαννόπουλος να μην έφτασε στα επίπεδα πολιτικής δράσης του Δραγούμη, ο ιδεολογικό-πολιτικός του λόγος ήταν όμως σαφής και ξεκάθαρα ελληνοπρεπής
“Ντροπής σας (έλεγε στους Έλληνες της εποχής του) να συζητάτε με τον σκυλόφραγκο αν η Μακεδονική σας γη είναι δική σας γη. Και να τον πείσεις, δεν τον πείθεις τον ληστή. Ή μόνος του ή με εμπόρους βαλτούς, θα προσπαθήσει να σας πάρη κάθε γη”.
«Η μόνη δικαιοσύνη είναι το σπαθί»
Πού να ζούσε και σήμερα ο Γιαννόπουλος; Θα έβλεπε τα ίδια και χειρότερα. Τους Έλληνες δηλαδή, να ανέχονται τους πολιτικούς τους να συζητάνε με τον κάθε ξένο ληστή, αν η Μακεδονία, η Θράκη, η Ήπειρος, η Κρήτη, η Κύπρος, το Αιγαίο, αλλά και εάν όλη η Ελλάδα ελεύθερη και σκλαβωμένη είναι ελληνική γη.
Όπως ο Δραγούμης έτσι και ο Γιαννόπουλος έναν αιώνα πριν, κατακεραύνωσε την ενδοτική συμπεριφορά όλων εκείνων, που έθεταν σε διαπραγμάτευση τα αυτονόητα. Την ελληνικότητα δηλαδή της ελληνικής γης. Και φυσικά δεν έμεινε μόνο στις διαπιστώσεις ο Περικλής Γιαννόπουλος. Ούτε και θέλησε να “χαϊδέψει τα αυτιά” των Ελλήνων της εποχής του, αποκοιμίζοντας τους με νουθεσίες άνευ διεγερτικής δράσης, και απαλλάσσοντας τους από τον ρόλο τους στην ιστορία της Ελλάδος.
Αντίθετα, τους μαστίγωσε με την αιχμηρότητα των λόγων του, λέγοντάς τους κατάμουτρα, ότι “το ηθικόν είναι ότι αν είσθε σάπιοι να σας ξεπατώσουν και να καθαρίσουν την γη. Η μόνη δικαιοσύνη είναι το σπαθί. Φυλάτε την γη σας και την τιμή της, μόνον με το σπαθί. Τα πάντα στην ζωή – η φύσις το λέει – κατακτώνται με το σπαθί. Και έτσι είναι και έτσι μόνον πρέπει να είναι”.
Τι πιο ξεκάθαρος βαθιά ελληνικός λόγος, θα μπορούσε να ειπωθεί για τέτοια θέματα; Σίγουρα ο Γιαννόπουλος μαζί με τον Δραγούμη και κάποιος άλλους της εποχής τους, έκαναν την Νιτσεϊκή υπέρβαση και ανέβηκαν στις υψηλότερες κορυφογραμμές του ελληνικού μεταφυσικού εθνικισμού, διαμέσου πάντα όχι μόνον των λόγων τους αλλά και της δράσης τους.
Αλλά ο Γιαννόπουλος είναι ατελείωτος. Και εκατοντάδες σελίδες δεν θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν, τελειωτικά τις ιδέες του.
Φεύγοντας στις 7 Απριλίου του 1910 έγραψε σε κάποιον φίλο του: “Δύο λέξεις βιαστικές. Έχω φύγει για Θεσσαλία (εννοώντας την θάλασσα), κι από κει για ταξίδι άγνωστο και μακρινό”. Σε μας μετά από όλα αυτά, μια λέξη μονάχα γυρίζει στο μυαλό μας. Η λέξη αθάνατος.
