07/09/2026
εκδόσειςΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣπρώτη σελίδα

Με αφορμή ένα βιβλίο για την τέχνη στον δυτικό κόσμο

γράφει ο Γιώργος Δημητρούλιας
εκδότης «το Αντίδοτο»

«Μύθος
Ένα παροιμιώδες παράξενο κάλεσμα σε εμένα,
Σαν από μακρινά βασίλεια και όμως τόσο οικεία,
Που ξέρω ότι ποτέ δεν φτάνει σε μένα μόνο,
Από τα αρχαία χρόνια, μια γέφυρα έχει χτιστεί για εμάς.
Αν και συναρπαστικό, ποτέ δεν με ανάγκασε να κάνω τίποτα,
Εμπιστεύομαι τον ήχο που φαίνεται τόσο οικείος.
(…)
Μεταφέρει βεβαιότητα στην κρίση μου,
Το αντιλαμβάνομαι με την έκτη αίσθηση της ψυχής μου,
Αρπάζω ό,τι είναι ουσιώδες για τους θεούς μου,
Και μόνο τότε κατανοώ ποιος και γιατί είμαι.
Αναγνωρίζοντας τα βαθύτερα συναισθήματα μέσω του υψηλού λόγου,
Κάθε αμφιβολία εξαλείφεται μια για πάντα».


Myth, Sasha Rossmueller 2015

(από το βιβλίο «Κουλτούρα, Αισθητική, Ταυτότητα» σε απόδοση στα ελληνικά: Γ.Δ.)

Ο Κικέρων σε ένα απόφθεγμά του γράφει: «Αν έχεις έναν κήπο και μια βιβλιοθήκη, έχεις όλα όσα σου χρειάζονται», επεκτείνοντας αυτό θεωρώ ότι ένα αξιόλογο βιβλίο είναι όπως ένας κήπος που σε αγαλλιάζει, σε κάνει να στοχάζεσαι, ανακαλύπτεις νέα μονοπάτια και ίσως βρίσκεις ομορφότερα άνθη για να προσθέσεις. Με αυτήν την ρήση του Κικέρωνος ξεκινά στα προλεγόμενα το βιβλίο του ο συγγραφέας, αρθρογράφος και σχολιαστής, Γερμανός από την Βαυαρία Sasha Rossmueller  με τίτλο «Κουλτούρα, Αισθητική, Ταυτότητα», το οποίο είναι το τρίτο που συγγράφει.

Η σπουδαιότητα της Τέχνης
Η Τέχνη είναι η βασική εκδήλωση ενός Έθνους, με τον ορισμό που του έδωσε ο Ηρόδοτος, η οποία δείχνει το πολιτιστικό του επίπεδό. Για τον συγγραφέα:

«Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να ανιχνεύσει την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού μας σύμφωνα με την αποστολή που αποδίδεται στον Χίλωνα της Σπάρτης, έναν από τους επτά σοφούς, δηλαδή το «Γνώθι σεαυτόν» (ελληνικά στο κείμενο), που είναι χαραγμένο στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Πολιτισμός με την έννοια της αισθητικής εκδήλωσης της ταυτότητάς μας, ενός κοινοτικού προσανατολισμού όντων με εθνολογική τάση – το Αριστοτελικό «ζώον πολιτικόν» (ελληνικά στο κείμενο). Ο πολιτισμός ως φαινόμενο συμπυκνωμένης έκφρασης συλλογικής αυτοκατανόησης, διαδραστικής ταυτοποίησης και διαμόρφωσης ταυτότητας».

Ο Πολιτισμός μέσω της τέχνης βοηθά στην ανάδειξη της Ταυτότητας και μας κάνει ικανούς να κρίνουμε σύγχρονες μορφές τέχνης και κατά πόσο αυτές είναι συμβατές με τα δυτικά Έθνη. Συμπληρώνει ο συγγραφέας:

«Η αληθινή δημιουργικότητα περιλαμβάνει επίσης την έκφραση μιας ουσιαστικής στάσης κατανόησης. Όχι μόνο αλλά και στον κόσμο της τέχνης γίνεται εμφανής η διαφορά μεταξύ προσπάθειας και απασχόλησης, ριζώματος και αστάθειας, βάθους και επιπολαιότητας. Φυσικά, αυτό απαιτεί και ένα αντίστοιχο zeitgeist, δηλαδή μια ελίτ ως απόσταγμα εθνικού χαρακτήρα που επιτρέπει ένα κοινό ομοϊδεατών αντί για ένα κατεστημένο ιδεολογικής κομψότητας». Και πιο κάτω:

«Ο μεγάλος φιλόσοφος της θεμελιώδους οντολογίας, Μάρτιν Χάιντεγκερ, δεν είχε άδικο όταν έλεγε: «Η τέχνη κάνει πράξη την αλήθεια». Στη σκέψη του Χάιντεγκερ, αυτό δεν γίνεται κατανοητό με την έννοια ότι οι έσχατες αλήθειες δεν μπορούν να συναχθούν μόνο με ορθολογικά μέσα, αλλά πρέπει μάλλον να τις δούμε όταν μας αποκαλύπτονται. Απαιτεί την κόρη του Δία Αλήθεια, τη θεά της αλήθειας (αρχαία ελληνικά: Αλήθεια (ελληνικά στο κείμενο)  / Αλήθεια: απόκρυψη, αποκάλυψη, κατανοητή ως το αντίθετο της λήθης: Λήθη (ελληνικά στο κείμενο) / Λήθη στο βαθμό που – ετυμολογικά μιλώντας – είναι κάτι που ήταν γνωστό και ξεχάστηκε). Όπως και με την αλήθεια, έτσι και στην τέχνη ισχύει η αμετάβλητη αρχή που υπερβαίνει τον χρόνο. «Το εργαλείο για τη βελτίωση του χαρακτήρα είναι η καλή τέχνη, της οποίας οι πηγές ανοίγονται στα αθάνατα μοτίβα της». Ο Shiller διδάσκει στην επιστολή του «Περί της Αισθητικής Αγωγής του Ανθρώπου», αναγνωρίζοντας ήδη ένα στοιχείο ταυτότητας όταν υποστηρίζει: «Ο καλλιτέχνης μπορεί να δανείζεται το υλικό από το παρόν του, αλλά πρέπει να δανείζεται τη μορφή πέρα από κάθε χρόνο, από την απόλυτη, αμετάβλητη ενότητα της ουσίας του». Πρόκειται για κάτι διαρκές, γιατί είναι απαραίτητο με μια υπερατομική έννοια, ίσως μια αισθητική σταθερά που, όντας δυναμική και όχι στατική, απαιτεί μια ορισμένη στοχαστική παύση για να αναγνωριστεί και να απορροφηθεί εσωτερικά – κάτι που έχει χαθεί με πολλούς τρόπους σήμερα, εν μέρει σε μια βεβηλωτική αλλοτρίωση της ουσίας, για να μην πω στον εκφυλισμό».

Το κορύφωμα του Μεσαιωνικού πνεύματος
Το βιβλίο ξεκινά ουσιαστικά από την Λατινική Παράδοση, την  οποία ανοίγει ένας μεγάλος χριστιανός φιλόσοφος και κλείνει ένας μεγάλος ποιητής. Χίλια περίπου χρόνια χωρίζουν τον Αυγουστίνο από τον Δάντη. Τρεις είναι οι παράγοντες που συνέργησαν ώστε να αναπτυχθεί η συγκεκριμένη παράδοση της Δύσης: η ελληνορωμαϊκή παράδοση, η χριστιανική ιδέα και το καινούργιο αίμα των ρομανικών και γερμανικών λαών, οι οποίοι καταλύσανε το δυτικό ρωμαϊκό κράτος και κληρονόμησαν τα ερείπιά του. Ο Πολιτισμός αυτός υπήρξε υπερεθνικός και κατέκλεισε όλο τον δυτικό κόσμο. Όχι μόνο η Εκκλησία και η Αυτοκρατορία, αλλά και η γλώσσα, η επιστήμη, η τέχνη και η φιλολογία ήταν υπερεθνικά. Έτσι δημιουργήθηκε η πνευματική κοινότητα και ενότητα της Δύσης, η οποία αποτελεί φαινόμενο ιδιότυπο, αυτοδύναμο και ανεξάρτητο από το Βυζάντιο.

Τρία είναι τα κορυφώματα του Μεσαιωνικού Δυτικού πνεύματος: η αρχιτεκτονική σαν γοτθικός ρυθμός, η σχολαστική φιλοσοφία του Θωμά Ακινάτη και η ποίηση του Δάντη. Και τα τρία αυτά κορυφώματα  δεν είναι άσχετα το ένα με το άλλο. Γι’ αυτό το φιλοσοφικό σύστημα του Θωμά του Ακινάτη παρουσιάζεται από πολλούς ως γοτθικός ρυθμός, η δε γοτθική τέχνη ως μαρμαρωμένη σχολαστική φιλοσοφία. Άλλοι πάλι προχωρούν σε βαθύτερη σύγκριση και λέγουν ότι η σχολαστική φιλοσοφία και η γοτθική τέχνη εκφράζουν το ίδιο θρησκευτικό ιδανικό του δυτικού Μεσαίωνα.

Το ενδιαφέρον του βιβλίου είναι η περιγραφή του Γερμανικού χαρακτήρα της βόρειας τέχνης και αυτός προβάλλεται από όλες τις τάσεις μέχρι τον 20 αιώνα. Όπως ανέφερα και παραπάνω και αυτές οι βόρειες πολιτιστικές τάσεις είναι διαφορετικές από την βυζαντινή, αν και έχουν πολλές επιρροές από αυτή.

Ο βόρειος χαρακτήρας προκύπτει ιστορικά την εποχή που οι Γερμανοί  ήθελαν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του Πάπα και της Λατινικής επιρροής, όταν ο Καρλομάγνος προσπάθησε να ενώσει όλους τους Γερμανικούς λαούς χρησιμοποιώντας  τον Χριστιανισμό,  δημιούργησαν την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους από τον Όθωνα τον Α’ το 962. Ο Όθων, έχοντας νικήσει τους παγανιστές Μαγυάρους στην αποφασιστική μάχη του Λέχφελντ το 955, διασφάλισε την φήμη του προστάτη της  Χριστιανοσύνης και έτσι διευθέτησε όλα τα θέματα της Εκκλησίας στην επικράτειά του αγνοώντας τον Πάπα. Παντρεύοντας τον γιο του Όθωνα Β’ με την βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ, ανιψιά του Ιωάννη Τσιμισκή εξασφάλισε την αποδοχή των Βυζαντινών. Στην συνέχεια ο Πάπας με τον Αυτοκράτορα των Γερμανών συγκρούστηκε με μια διαμάχη που συντάραξε την Δυτική Ευρώπη για αιώνες με τις δύο αντιμαχόμενες φατρίες των Γουέλφων που ήταν με τον Πάπα και των Γιβελλίνων που ήταν με τον Αυτοκράτορα.

Στην αρχή του 20ου αιώνα με την Art Nouveau και τον ιμπρεσιονισμό, τον εξπρεσιονισμό και τους λοιπούς «ισμούς», οι ηθικές αξίες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού εκμαυλίστηκαν από τον μαζάνθρωπο, που σήμερα τις αποτιμά και τις εξαργυρώνει με αντάλλαγμα το χρήμα. Όπως η εξέλιξη στην φύση προϋποθέτει την ποικιλία και την διαφοροποίηση των ζωικών μορφών, έτσι και η πολιτιστική ανέλιξη προϋποθέτει την ανομοιομορφία και την διαφοροποίηση λαών και ανθρώπων. Όμως η διαφοροποίηση βαίνει κλιμακωτά και εξελίσσεται από το επίπεδο μιας ενιαίας ανθρωπότητας, όπου αγνοούνται παντελώς η διαφορά και η ποικιλομορφία, που χαρακτηρίζει τον μαζάνθρωπο, προς τον δημιουργό που λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της Πατρίδας. Το Έθνος είναι ο ιστορικός φορέας της ιδιαίτερης πολιτιστικής κληρονομιάς και δημιουργίας ενός λαού, που έχει συνείδηση της αδιάπτωτης συνέχειας και ενότητας της πολιτιστικής του εξέλιξης μέσα στον χρόνο. Το έθνος δηλαδή είναι ο ίδιος ο λαός ιδωμένος όμως διαχρονικά στην ιστορική του πορεία σαν ιδιαίτερη πολιτιστική παρουσία, σαν φορέας και δημιουργός πολιτισμού.

Η Ελληνική  Παράδοση του Βυζαντίου
Ο συγγραφέας στέκεται κριτικά στην εισβολή του Χριστιανισμού στην Ευρωπαϊκή τέχνη και αγνοεί την συμβολή του Βυζαντίου σε αυτή, αν και θεωρεί την περίπτωση του φιλοσόφου Πλήθωνα-Γεμιστού ενδιαφέρουσα. Αυτές  οι τρεις περιπτώσεις μου έδωσαν την ευκαιρία να διερευνήσω και να αποτυπώσω κάποιες σκέψεις μου.

Καταρχήν, οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι επέδρασαν με την φιλοσοφία τους στον χριστιανισμό και μέσω του Ελληνισμού, ο οποίος ήταν διεθνής πολιτιστική δύναμη στην Ύστερη Αρχαιότητα, συναντήθηκε με τις τοπικές λατρείες. Η μελέτη του Πλωτίνου και των νεοπλατωνικών φιλοσόφων δείχνει ότι ορισμένοι και από τους καλύτερους πρώτους χριστιανούς στοχαστές αισθάνονταν στενή ιδεολογική συγγένεια με αυτούς. Όπως έλεγε ο φιλόσοφος του 2ου αιώνα Σύμμαχος: «Από έναν μόνο δρόμο δεν μπορούμε να φθάσουμε σ’ ένα τόσο μεγάλο μυστικό».

Η ελληνιστική αρχαιότητα επιβιώνει στην τέχνη σε ανατολικά κέντρα του Χριστιανισμού όπως η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια και η Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα στο τέλος του αρχαίου κόσμου αναπτύσσεται και ο μεταφυσικός χαρακτήρας του υπερλογικού στοιχείου.

Στο Βυζάντιο τα διάφορα πολιτισμικά φαινόμενα, όπως η τέχνη, η θεολογία, οι επιστήμες και οι θεσμοί, δεν είχαν ευθύγραμμη ανάπτυξη, τουλάχιστον ως τον 10ο αιώνα. Η σταθερή προτίμηση της Βυζαντινής τέχνης στην ανθρώπινη μορφή, από την αρχή ως το τέλος, οφείλεται στην παράδοση της κλασσικής αρχαιότητας. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε  ότι η  βυζαντινή ζωγραφική καθορίζεται από τον Χριστιανισμό και η διαμόρφωσή της ορίζεται από την επικράτηση της Χριστιανικής θρησκείας.

Από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα εξαπλώνεται η τέχνη σε εκπληκτικό βαθμό ώστε το Βυζάντιο να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για την Δύση, η οποία όταν ήθελε να κτίσει και να διακοσμήσει τα μνημεία της, αποτεινόταν στην Κωνσταντινούπολη. Ο δυισμός των προηγούμενων αιώνων μεταξύ του ανεικονικού πνεύματος της Ανατολής και του παραστατικού της ύστερης αρχαιότητας συνενώνονται πλέον, κάτω από την επικράτηση του ελληνικού στοιχείου και ως τέτοια κατάληξη γίνεται αποδεκτό στην Δύση, όπου σιγά σιγά προαναγγέλλεται η Ιταλική Αναγέννηση. Συνοπτικά, το αίσθημα του Ωραίου και Υψηλού συνενώνονται σε αυτό που αποκλήθηκε κομνήνειο ύφος.

Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο το 1261 εγκαινιάζεται η ανανέωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την δυναστεία που συνεισέφερε στην επιμήκυνση της ζωής του Έθνους  με την τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση που ονομάστηκε Παλαιολόγια Αναγέννηση. Η τελευταία της φάση τον 14ο αιώνα χαρακτηρίζεται από τις σημαντικές παρουσίες στην Θεσσαλονίκη του Γρηγορίου Παλαμά και Νικολάου Καβάσιλα, που πρέσβευαν τον Ησυχασμό και την Μυστική Θεολογία. Πολλοί ήταν οι λόγιοι της εποχής που αντέδρασαν στην μυστικιστική παράδοση των Ησυχαστών. Στο τέλος του 14ου αιώνα κυριαρχούν οι μορφές του Μανουήλ Β’, κατοπινού αυτοκράτορα, του Ιωσήφ Βρυένιου και Γεωργίου Γεμιστού, και οι τρεις θιασώτες της κλασσικής παιδείας. Ο Πλήθωνας-Γεμιστός φιλόσοφος και υπέρμαχος του Πλάτωνα έγραφε: «Έλληνες εσμέν γένει τε και παιδεία» αφοσιωμένος στην διάσωση του Ελληνικού Κόσμου.

Το Αυτοκρατορικό Ιδανικό ως Ευρωπαϊκή Συνείδηση
Το Βυζαντινό imperium κραταιό και αδιαμφισβήτητο κάτω από την προστασία του Χριστού και των Ουρανίων Δυνάμεων και εν μέσω Αγίων, καθυποτάσει τους λαούς που γίνονται υποτελείς του Αυτοκράτορα. Η ανάγκη της εμπέδωσης αυτής της αντίληψης πραγματοποιήθηκε κυρίως με τα όπλα και όπως στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο Αυτοκράτορας έχει την έγκριση και την προστασία του Θεού και ως εκ τούτου στο Βυζάντιο ο αυτοκράτωρ μπορεί να παρίσταται με την όρθια Παναγία που κρατά τον μικρό Χριστό, σχεδόν ίσος προς ίσον.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Νίκου Κακαδιάρη, «Νεωτερικότητα & Μεταμοντέρνο στην Βυζαντινή Τέχνη»: «… ο αυτοκράτορας είναι ο θεματοφύλακας  κι ο εγγυητής της τάξης και της πίστης, κύριος του πολέμου εναντίον του εχθρού της αυτοκρατορίας και πάντα «ελέω Θεού βασιλεύς των Ρωμαίων». Είναι επίλεκτος του Θεού και προστατεύεται από Αυτόν γιατί είναι αντανάκλασή Του, καθώς και της Ουράνιας τάξης, μιας που – κατά Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο – όλη η αυτοκρατορική αυλή συμφωνεί με την ουράνια τάξη. Εξ άλλου οι πατρίκιοι και οι μάγιστροι  συγκρίνονται με τους Αποστόλους. Σ’ όλες τις περιόδους του Βυζαντίου, η ιεραρχία και η τάξη συνοδεύουν τη ζωή της αυτοκρατορίας και είναι χαρακτηριστικό βυζαντινό δημιούργημα.

» Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παρέδωσε στο Βυζάντιο την πολιτική εξουσία στον αυτοκράτορα κι ο Χριστιανισμός την πνευματική εξουσία στον Πατριάρχη. Οι δύο τους είναι καταδικασμένοι να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται, ενίοτε όμως ο ένας από τους δύο υπερβαίνει τα αυτονόητα, (…).

» Όμως, οι αυτοκράτορες αλλιώς αντιλαμβάνονται τα πράγματα. Η αντίληψή τους είναι παράλληλη με του Ευσεβίου Καισαρείας που οριοθετεί τις δικαιοδοσίες του Μ. Κωνσταντίνου, του πρώτου Χριστιανού αυτοκράτορα που ανακηρύχτηκε Άγιος και Ισαπόστολος, λέγοντας πως είναι ο τοποτηρητής του Θεού στη γη, σε μιαν αυτοκρατορία προστατευμένη απ’ τον Θεό, που η πρωτεύουσά της Κωνσταντινούπολη συμβολίζει την Ουράνια Ιερουσαλήμ.

» Με αυτά τα παραπάνω δεδομένα, οι Ίσαυροι αυτοκράτορες, στερέωσαν την αυτοκρατορία, με την διαφύλαξη και την αύξηση των συνόρων. Στηριζόμενοι στον εθνικό στρατό που δημιούργησαν, τον προερχόμενο απ’ τα θέματα της αυτοκρατορίας, προκάλεσαν την «στρατιωτικοποίηση του κράτους» και στηρίχτηκαν στο λαϊκό στοιχείο. Η κοινωνική δικαιοσύνη που στήριξαν με τη νομοθεσία, ένωσε απόκληρα στρώματα της βυζαντινής αυτοκρατορίας που ως τότε είχαν παραμεληθεί».

Σε αυτά τα πλαίσια η Ευρώπη της «Ευρωπαϊκής συνείδησης» έχει το όνομα «Χριστιανοσύνη». Η έννοια αυτή κατά τον 13ο αιώνα δεν υποδηλώνει απλά μια θρησκευτική κοινότητα, αλλά έχει ιστορικό και πολιτισμικό περιεχόμενο. Βασικά στοιχεία που την συνοδεύουν είναι το ελληνικό φίλτρο, από το οποίο διήλθε ο Χριστιανισμός και η ρωμαϊκή ιδέα του Imperium. Η έννοια της αυτοκρατορίας ως εικόνας του ουράνιου βασιλείου, όπου ο Αυτοκράτωρ άρχει ως εικόνα του Θεού, τόσο επί των κοσμικών, όσο και επί των πνευματικών, επιβάλλοντας παντού τον νόμο, αποτελεί μια πραγματικότητα στο Βυζάντιο που αγιοποίησε τον Μέγα Αλέξανδρο και όπου η έννοια του «Ρωμαίου», πέραν του να αποτελεί ιδιότητα υπηκοότητας, αποτελεί τίτλο τιμής μεταφυσικής τάξεως, αφού χαρακτηρίζει τον μέτοχο της ρωμαιοχριστιανικής οικουμένης.

Κανείς δεν αγωνίστηκε τόσο σκληρά όσο ο φιλέλληνας Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β’ Χοχενστάουφεν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, για την επιβεβαίωση του δικαιώματος που του δίνει η θέση του και η καθιέρωσή του κατά την στέψη με τα σύμβολα της ιερατικής καθιερώσεως, δηλαδή το χρίσμα, να ορίζει και τα της πνευματικής εξουσίας. Φυσικό επακόλουθο των πεποιθήσεων αυτών ήταν και η συμμαχία με τον βυζαντινό Αυτοκράτορα Βατάτζη και έτσι επιβεβαιώνεται η πραγματικότητα της συμμετοχής σε αυτήν την «ευρωπαϊκή συνείδηση», υπό την μορφή της χριστιανοσύνης και μέσω της ελληνικότητας αλλά και της ρωμαϊκότητας.

Μετά την Άλωση
Ο Μεσαίωνας ορίζεται, κατά την δυτική ιστοριογραφία, ως η εποχή ανάμεσα στην Αρχαιότητα και την Αναγέννηση, ή από την πτώση της Ρώμης το 476 μ.Χ. έως την ανακάλυψη της Αμερικής το 1492. Αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται στον Δυτικό κόσμο από την υποχώρηση της κρατικής ισχύος και τον πολιτικό κατακερματισμό, από μια αγροτική οικονομία, από μια κοινωνία κλειστή ανάμεσα στην στρατιωτική τάξη των ευγενών και στην υποταγμένη αγροτική και από ένα σύστημα σκέψης που ελέγχεται από την δυτική Εκκλησία.

Ο Μεσαίωνας θεωρήθηκε εξαρχής μια σκοτεινή εποχή, προφανώς σε σύγκριση με την Αρχαιότητα και την Αναγέννηση. Τίποτε από όσα αναφέρονται για τον Δυτικό Μεσαίωνα δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν το Βυζάντιο. Τα πρώτα και πιο σκοτεινά, περισσότερα από 500, χρόνια του Μεσαίωνα ήταν για το Βυζάντιο περίοδος ακμής από κάθε πλευρά. Τα τελευταία χρόνια πολλοί βυζαντινολόγοι έχουν αναγνωρίσει την επιρροή του Βυζαντίου στην Μεσαιωνική Δύση, αλλά και το μέγεθος και την διάρκεια της ελληνικής παρουσίας στην σημερινή Δύση.

Η κατασυκοφάντηση του Βυζαντίου έγινε την περίοδο του Διαφωτισμού και συγκεκριμένα τα τρία τέταρτα του αιώνα από το 2ο μισό του 18ου αιώνα έως τα μέσα του 19ου. Αυτή ήταν φανερά επηρεασμένη από το πνεύμα του Διαφωτισμού και του Ρασιοναλισμού, καθώς   και από τις καταδικαστικές περί του βυζαντινού κόσμου απόψεις μεγάλων πνευματικών προσωπικοτήτων της εποχής εκείνης. Εξάλλου απόλυτα αρνητικές σχετικές κρίσεις του Γερμανού ιδεαλιστή Friedrich Hegel υπάρχουν στις διαλέξεις του περί της Φιλοσοφίας της Ιστορίας, αλλά έχουμε και την περίφημη φράση του Μεγάλου Ναπολέοντος τον Ιούλιο του 1815 που ζητούσε από τους οπαδούς του να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο ώστε να μην έχει η Γαλλική Αυτοκρατορία του την τύχη της «Ξεπεσμένης Αυτοκρατορίας» του Βυζαντίου. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους θα διαλυθεί κάτω από τα κτυπήματα του παιδιού του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, Μεγάλου Ναπολέοντα, ενώ τα κράτη της νότιας Γερμανίας, το μεγάλο δουκάτο της Βάδης, το βασίλειο της Βυρτεμβέργης και το βασίλειο της Βαυαρίας, θα καταστούν πολιτικοί δορυφόροι της Γαλλίας.

Γράφει χαρακτηριστικά ο φιλόλογος Γιώργος Λαμπριανίδης σε άρθρο του: «…Στα τέλη του 18ου αιώνα έπνεε πλέον στην Γαλλία ένας άνεμος σφοδρών ανακατατάξεων, Επρόκειτο για την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Μέσα σε ένα παραλήρημα αλλαγών, παρόμοιο του οποίου δεν είχε γνωρίσει η Γαλλία, δεν υπήρχε πλέον θέση για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τα ιδεώδη που αντιπροσώπευε. Στα μάτια του Βολταίρου και Μοντεσκιέ, τυπικών εκπροσώπων του Διαφωτισμού, το Βυζάντιο αποτελούσε την προσωποποίηση όλων των κακών τα οποία οι ίδιοι πολεμούσαν. Το Βυζάντιο και ο Λουδοβίκος ΙΔ’ δεν αντιπροσώπευαν τίποτε άλλο παρά τον δεσποτισμό, τον δογματισμό, τον συντηρητισμό, και την καταπίεση της δημοκρατίας  και της δικαιοσύνης. Για τον Βολταίρο η βυζαντινή ιστορία ήταν ‘ένα άχρηστο απάνθισμα ρητορισμών και θαυματουργιών’, και για τον Μοντεσκιέ ‘ένα πλέγμα επαναστάσεων, εξεγέρσεων και αισχροτήτων».

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ένας άλλος εκπρόσωπος του Διαφωτισμού, ο Εδουάρδος Γίββων, συγγραφέας του περίφημου έργου «Ιστορία της παρακμής και της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Στο έργο του μεταξύ άλλων αποδίδει με τα πιο μελανά χρώματα την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κυρίως στον Χριστιανισμό, με τους φανατικούς και βάρβαρους καλόγηρους που αποτέλεσαν την αιτία της κατάρρευσης του οικοδομήματος της κάποτε δοξασμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».

Το βιβλίο του Sasha Rossmueller μου θύμισε μια παράγραφο μιας μονογραφίας του Ράνσιμαν για την Άλωση: «Οι Φιλέλληνες που πήγαν να συμμετάσχουν στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μιλούσαν για τον Θεμιστοκλή και τον Περικλή, αλλά ποτέ για τον Κωνσταντίνο. Πολλοί διανοούμενοι Έλληνες μιμήθηκαν το παράδειγμά τους, παρασυρόμενοι από την δαιμονική αυθεντία του Κοραή, μαθητή του Βολταίρου και του Γίββωνα, για τους οποίους το Βυζάντιο ήταν ένα απαίσιο ιντερλούδιο δεισιδαιμονίας, που ήταν καλύτερο να αγνοηθεί».

Ο Γερμανός φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε γράφει: «Σχεδόν κάθε εποχή και στάδιο του πολιτισμού επιχείρησε κάποια στιγμή, με βαθειά δυσφορία, να απελευθερωθεί από τους Έλληνες. Το επιχείρησε επειδή κάθε επίτευγμα που φάνταζε πρωτότυπο και θαυμαστό, αποδεικνυόταν τελικώς φτωχό αντίγραφο εκείνου που είχαν πραγματοποιήσει οι Έλληνες. Γι’ αυτό, από καιρό σε καιρό ξεσπάει βαθειά οργή εναντίον αυτού του αλαζονικού μικρού λαού που τόλμησε να χαρακτηρίζει βάρβαρο ότι δεν ήταν δικό του γέννημα. ‘Ποιοι είναι αυτοί που έχουν την αξίωση να κατέχουν την θέση της μεγαλοφυίας έναντι της μάζας;’. Δυστυχώς όμως κανείς δεν στάθηκε αρκετά τυχερός ώστε να αποκαλύψει το κώνειο με το οποίο θα απαλλασσόταν απ’ αυτούς. Διότι όλο το δηλητήριο που παρήγαγαν ο φθόνος, η συκοφαντία και το μίσος, δεν υπήρξαν αρκετά για να καταστρέψουν την αυτάρκη λάμψη των Ελλήνων. Και έτσι, όποιος δεν τολμά ν’ αναγνωρίσει την αλήθεια, νιώθει ντροπή και φόβο μπροστά στους Έλληνες». Έχω να επισημάνω ότι και για τους Βυζαντινούς όλοι οι εκτός του Βυζαντινού πολιτισμού θεωρούντο βάρβαροι.

Η Τέχνη ως Εσωτερική Ανάταση
Καταγράφεται από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ο ορισμός και η ερμηνεία του έργου τέχνης, όπου, με αφορμή την Φύση, δημιουργεί ο καλλιτέχνης μια άλλη Φύση, εξηγώντας την διαφορά της τέχνης από εκείνη της αντιγραφής, ταυτόχρονα όμως, για να γίνεται αναγνωρίσιμη η ομοιότητα, θα πρέπει να εμπεριέχει και την αλήθεια. Τα ρεαλιστικά στοιχεία που υπάρχουν στην Βυζαντινή τέχνη αναγεννώνται μέσω της πίστης και μετατρέπονται σε πνευματικά μέσω του ζωγράφου. Έτσι, η λάμψη των χρωμάτων μετατρέπει και την εικόνα αντίστοιχα, με πνευματική μετάφραση, σε απείκασμα ενός άλλου κόσμου απ’ τον φυσικό. Εδώ, θα μπορούσε να συνδέσει και να προβάλει το προϊόν της τέχνης με το απόσπασμα του διαλόγου του Πλάτωνα, Τίμαιος, αλλά και με την νεοπλατωνική φιλοσοφία του Πλωτίνου.

Ο συγγραφέας του βιβλίου μας προτρέπει να ακολουθήσουμε μια παραίνεση του Γκαίτε, ο οποίος προτείνει κάθε ημέρα  να ακούμε έστω ένα κλασσικό τραγούδι, να διαβάζουμε ένα ωραίο ποίημα, να βλέπουμε έναν κλασσικό πίνακα ζωγραφικής και αν είναι δυνατόν να εκφράζουμε κάποιες όμορφες λέξεις. Όλα τα παραπάνω όχι μόνο εκλεπτύνουν τις αισθήσεις μας, αλλά πάνω απ’ όλα μας οδηγούν σε μια εσωτερική ανάταση.

Το βιβλίο «Κουλτούρα, Αισθητική, Ταυτότητα» του αγαπητού φίλου Sasha Rossmueller, εκτός από ένα κείμενο ιστορίας της τέχνης ή μια Γερμανική ματιά πάνω στην Δυτική τέχνη, είναι ένα κείμενο που αποτυπώνει βασικά ερωτήματα της Φιλοσοφίας της Τέχνης.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σεπτεμβριανά 1955, η τουρκική κτηνωδία σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης

Mixalis

Έσκαβε τον κήπο του και ανακάλυψε τον μεγαλύτερο θησαυρό από την εποχή των Βίκινγκς στη Δανία

Mixalis

5 Σεπτεμβρίου 1972: «η Σφαγή του Μονάχου»

DimG