του Λ. Αλεξάνδρου
Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν αποτελεί απλώς μια ιστορικό ορόσημο, αλλά είναι ταυτοχρόνως ένα ζωντανό σύμβολο της πάλης της εργατικής τάξης για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη και ελευθερία. Από τις αιματηρές κινητοποιήσεις στο Σικάγο του 19ου αιώνος μέχρι τις σύγχρονες μορφές ταξικής αντίστασης, η Πρωτομαγιά λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τη συλλογική εργατική μνήμη αλλά και ως πυξίδα για τους σημερινούς κοινωνικούς αγώνες. Στο σύγχρονη νεοφιλελεύθερη δυστοπία, όπου η εργασία απογυμνώνεται από δικαιώματα αξιοπρέπεια και σταθερότητα, το νόημά της καθίσταται πιο επίκαιρο από ποτέ.
Εξ απόψεως πατριωτικής, η Εργατική Πρωτομαγιά συνδέεται με την έννοια της εθνικής και λαϊκής αξιοπρέπειας. Ένα έθνος δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερο όταν οι εργαζόμενοί του, το πιο ζωτικό και παραγωγικό κύτταρο του εθνικού οργανισμού, ζουν υπό καθεστώς, εργοδοτικού εκφοβισμού, εκμετάλλευσης και οικονομικής επισφάλειας.
Η οικονομική εξάρτηση, οι πολιτικές λιτότητας και η υποταγή σε υπερεθνικά και μονοπωλειακά οικονομικά κέντρα (Τράστ), προφανώς διαμορφώνουν ένα πλαίσιο όπου η εθνική κυριαρχία υπονομεύεται, αν δεν καταργείται πλήρως. Δεν υπάρχει σαφέστερο παράδειγμα στην παγκόσμια ιστορία, από την ανηλεή δεκαετή εξαθλίωση των Μνημονίων που υπέστη τούτος ο τόπος και ο λαός του.
Η υπεράσπιση της εργασίας, των συλλογικών συμβάσεων και της κοινωνικής πρόνοιας, της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και των οικογενειών τους δεν είναι μόνο ταξικό ζήτημα, αλλά και πατριωτικό καθήκον. Η εργατική τάξη αποτελεί τον πυρήνα της παραγωγικής δύναμης ενός τόπου, και η ενίσχυσή της είναι άρρηκτα συνδεμένη με την ευημερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας, σε αντίθεση με το παρασιτικό κεφάλαιο και την αστική τάξη οι οποίοι ελέγχουν το σύνολο των κρατικών δομών προφανώς εις βάρος των εργαζομένων. Κάθε ευρώ που γεμίζει τις τσέπες των αστών είναι ιδρώτας και αίμα των εργατών.
Εξ απόψεως σοσιαλιστικής, η Εργατική Πρωτομαγιά αναδεικνύει την διαρκή και οντολογικά ασυμβίβαστη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Παρά τις ιστορικές κατακτήσεις της Εργατικής Τάξης, όπως το οκτάωρο και η κοινωνική ασφάλιση, οι τελευταίες δεκαετίες σημαδεύονται από μια συστηματική και μεθοδικής εκ μέρους της δικτατορίας της αστικής τάξης (κοινοβουλευτική δημοκρατία) αποδόμηση αυτών των δικαιωμάτων.
Η «ευελιξία» στην εργασία, η μερική απασχόληση, η τηλεργασία χωρίς πραγματικά και σαφή όρια και η αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων συνιστούν μορφές σύγχρονης εκμετάλλευσης, οι οποίες καθημερινώς γονατίζουν τους εργαζομένους και τις οικογένειες τους, ενώ αντιθέτως πλουτίζουν τους αστούς. Το αυθεντικό σοσιαλιστικό όραμα δεν περιορίζεται στην άμυνα απέναντι σ’ αυτές τις επιθέσεις, αλλά τουναντίον επιδιώκει μια βαθύτερη και ριζοσπαστική αναδιάρθρωση της κοινωνίας, όπου η παραγωγή θα υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και όχι το κέρδος των αστών.
Η αντικαπιταλιστική διάσταση της Πρωτομαγιάς έρχεται να τονίσει ότι οι ανισότητες και η εκμετάλλευση δεν είναι παρεκκλίσεις του απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος, αλλά υποστατικά χαρακτηριστικά του.
Στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, η αγορά υφίσταται ως ο απόλυτος ρυθμιστής, ενώ το κράτος περιορίζεται στον ρόλο του διαχειριστή των συμφερόντων του κεφαλαίου και της αύξησης της κερδοφορίας του.
Οι ιδιωτικοποιήσεις, η εμπορευματοποίηση βασικών αγαθών όπως η υγεία και η παιδεία, και η συγκέντρωση του πλούτου, στα χέρια των λίγων, και όχι στα χέρια αυτών που τον παράγουν, εντείνουν τις κοινωνικές αντιθέσεις και οδηγούν στην εξαθλίωση τους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα.
Η εργατική τάξη καλείται πλέον να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις παραδοσιακές μορφές καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αλλά και νέες, πιο σύνθετες και πιο αδίστακτες, που σχετίζονται πλέον με τις ανεξέλεγκτες δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Υπό τις παρούσες συνθήκες της καθεστηκυίας τάξεως οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με πλείστες όσες προκλήσεις: Η ανεργία παραμένει υψηλή, αλλά και οι θέσεις εργασίας δεν παρέχουν πλέον καμία αξιοπρεπή αμοιβή ούτε και προοπτική εξελίξεως. Με το κόστος ζωής να έχει σημειώσει αλματώδη αύξηση, ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις προσωπικές και οικογενειακές υποχρεώσεις.
Και φυσικά ούτε καν γίνεται λόγος για ελεύθερο χρόνο, διακοπές, για πραγματική και δωρεάν δια βίου παιδεία, λαϊκό αθλητισμό και πολιτισμό. Όλα αυτά είναι απαγορευτικά για τον εργαζόμενο νέο, για τον οικογενειάρχη, για την εργαζόμενη μητέρα, για τον συνταξιούχο, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται 13 και πλέον ώρες καθημερινώς προκειμένου να καλύψουν απλώς ένα ενοίκιο και τα στοιχειώδη της διατροφής!
Η αβεβαιότητα για το μέλλον, η αναντιστοιχία μισθών και πληθωριστικής έκρηξης και η έλλειψη εργασιακής σταθερότητας υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή και ενισχύουν το αίσθημα του φόβου και της ανασφάλειας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ατομικότητα υπερισχύει της συλλογικότητας, και οι εργαζόμενοι άνευ της καταλλήλου ταξικής και πολιτικής καθοδηγήσεως, αδυνατούν να οργανωθούν και να διεκδικήσουν από κοινού τα δικαιώματά τους, καθιστάμενοι έτσι υποχείρια της αστικής καπιταλιστικής δικτατορίας.
Παράλληλα, η εμφάνιση νέων μορφών εργασίας, όπως η εργασία μέσω ψηφιακών πλατφορμών, και η λεγόμενη «gig economy» (οικονομία των περιστασιακών εργασιών) μεταβάλλει ριζικά τον ρόλο, αλλά και την ίδια της υπόσταση του εργαζομένου, ο οποίος παρουσιάζεται από την καπιταλιστική «διαφώτιση» ως «αυτόνομος συνεργάτης» ή νέος «επιχειρηματίας», όμως στην πράξη παραμένει απολύτως υπόδουλος χωρίς καν τα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη απομόνωση, αλλά και ταξική αποξένωση τους εργαζομένους περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό την αναγκαιότητα της συλλογικής δράσεως.
Η Εργατική Πρωτομαγιά είναι πρώτα και κύρια ημέρα αγώνα και ελπίδας. Σε όλο τον κόσμο, αναδύονται νέες και πρωτοπόρες μορφές οργάνωσης και αντίστασης της Εργατικής Τάξης. Πατριωτικά και λαϊκά κινήματα εργαζομένων διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, αξιοπρεπείς αμοιβές, και αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής, ενώ παράλληλα επαναφέρουν τη σημασία της συλλογικής δράσης χτυπώντας την κυριαρχία των πολυεθνικών.
Η επίκαιρη αλλά και διαχρονική σημασία της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διττή της φύση: είναι ταυτόχρονα υπενθύμιση των κατακτήσεων του παρελθόντος και κάλεσμα για νέους αγώνες. Σ’ έναν κόσμο όπου οι ταξικές ανισότητες διευρύνονται και η ανθρώπινη αξία υποχωρεί μπροστά στην οικονομική κερδοφορία, η υπεράσπιση της εργασίας αποκτά υποστατική σημασία για το παρόν και το μέλλον, αυτής καθ’ εαυτής της υπάρξεως του ανθρώπου.
Η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και η αταλάντευτη ταξική αμφισβήτηση των καπιταλιστικών δομών εξουσίας, αποτελούν παράλληλες και αλληλοπεριχωρούμενες εκφάνσεις της ίδιας οντολογικής ανάγκης: για έναν κόσμο πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο και πιο ελεύθερο.
Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν ανήκει στο παρελθόν. Ανήκει στο παρόν και στο μέλλον. Είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι για τις ζωές μας τίποτα δεν χαρίζεται και ότι κάθε δικαίωμα κατακτάται μέσα από συλλογικούς, ανυποχώρητους και αδιάκοπους αγώνες. Και αν σήμερα οι εργαζόμενοι είναι φοβισμένοι από την τρομοκρατία της αστικής εργοδοσίας, η ιστορία διδάσκει ότι οι σημερινοί φοβισμένοι δεν θα είναι για πάντα φοβισμένοι.
