του Λ. Αλεξάνδρου
Ο Ροζέ Γκαροντύ (Roger Garaudy) υπήρξε μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες αλλά και επιδραστικές προσωπικότητες της γαλλικής διανόησης του 20ού αιώνα. Φιλόσοφος, θεωρητικός του μαρξισμού, αγωνιστής της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πολιτικός και αργότερα προσήλυτος στο Ισλάμ, διέγραψε μια πορεία γεμάτη ιδεολογικές μετατοπίσεις, συγκρούσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις. Διετέλεσε βουλευτής, αντιπρόεδρος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και γερουσιαστής, ενώ για δεκαετίες συγκαταλεγόταν στους σημαντικότερους θεωρητικούς του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Γεννήθηκε το 1913 στη Μασσαλία και απεβίωσε στις 13 Ιουνίου 2012 στο Παρίσι. Ο πατέρας του ήταν άθεος και η μητέρα του καθολική. Ο ίδιος εγκατέλειψε νωρίς τον καθολικισμό και σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών προσχώρησε στον προτεσταντισμό, γεγονός που προμήνυε ήδη το έντονο ενδιαφέρον του για τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά ζητήματα.
Από το 1931 σπούδασε φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Μασσαλίας, της Αιξ-αν-Προβάνς, του Στρασβούργου και του Παρισιού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ασπάστηκε τον μαρξισμό και το 1933 εντάχθηκε στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF), στο οποίο έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε στην Αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής. Συνελήφθη από το καθεστώς του Βισύ και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αλγερία, όπου παρέμεινε κρατούμενος επί 33 μήνες. Η εμπειρία αυτή σημάδεψε βαθιά την πολιτική και ιδεολογική του διαμόρφωση.
Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος. Έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και αργότερα του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε ως κορυφαίος θεωρητικός του γαλλικού μαρξισμού. Διηύθυνε το Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών στο Παρίσι, καθώς και την επιθεώρηση «Κομμουνιστικά Τετράδια», ενώ δίδαξε σε διάφορα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων και το Πανεπιστήμιο του Κλερμόν, όπου ήρθε σε σύγκρουση με τον Μισέλ Φουκώ.
Το 1953 παρουσίασε στη Σορβόννη τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Η υλιστική θεωρία της γνώσεως», ενώ τον Μάιο του 1954 στη Μόσχα ανακηρύχθηκε διδάκτορας φιλοσοφικών επιστημών με τη διατριβή «Το πρόβλημα της ελευθερίας και της αναγκαιότητας υπό το φως του μαρξισμού».
Ωστόσο, μετά την αποσταλινοποίηση του 1956 συγκρούστηκε με τον Λουί Αλτουσέρ, υποστηρίζοντας την επαναφορά του ανθρωπιστικού στοιχείου στην ερμηνεία του μαρξισμού.
Παράλληλα ακολούθησε σημαντική πολιτική σταδιοδρομία. Διετέλεσε βουλευτής από το 1945 έως το 1958 και γερουσιαστής από το 1959 έως το 1962, ενώ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 είχε αναδειχθεί στον κυριότερο θεωρητικό εκφραστή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Η οριστική ρήξη του με το Κομμουνιστικό Κόμμα ήρθε μετά τα γεγονότα του 1968. Ο Γκαρωντύ καταδίκασε δημόσια την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Τσεχοσλοβακία και άσκησε κριτική στις σταλινικές πρακτικές, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην ηγεσία του κόμματος. Τον Φεβρουάριο του 1970 καθαιρέθηκε από το Πολιτικό Γραφείο και τον Μάιο του ίδιου έτους διαγράφηκε οριστικά.
Η τελευταία του σημαντική παρέμβαση ως κομματικό στέλεχος καταγράφηκε στο 19ο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και αργότερα συμπεριλήφθηκε στο ντοκιμαντέρ του Κρις Μαρκέρ «Le fond de l’air est rouge» («Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο»). Η απομάκρυνσή του από το κόμμα προκάλεσε αίσθηση, ιδιαίτερα επειδή στο παρελθόν είχε υπερασπιστεί τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία. Η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπισε τη μεταστροφή του με έντονη δυσφορία, φτάνοντας στο σημείο να εκδώσει βιβλίο με τίτλο «Ο αποστάτης Γκαρωντύ».
Παρά τη ρήξη του με τον σοβιετικό κομμουνισμό, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του αμετακίνητος επικριτής του καπιταλισμού. Στους κομματικούς κύκλους ήταν γνωστός με το προσωνύμιο «Καρδινάλιος», εξαιτίας του διαρκούς ενδιαφέροντός του για τα θρησκευτικά ζητήματα και της ιδιότυπης πνευματικής του διαδρομής.
Το 1982 ασπάστηκε το Ισλάμ, υιοθετώντας το όνομα Ragaa. Η μεταστροφή αυτή σηματοδότησε και μια νέα περίοδο στη δημόσια παρουσία του, κατά την οποία ανέπτυξε έντονη κριτική απέναντι στον σιωνισμό, στο κράτος του Ισραήλ και στη δυτική πολιτική στη Μέση Ανατολή.
Η κορύφωση αυτής της πορείας ήρθε το 1996 με την έκδοση του βιβλίου «Οι Θεμελιώδεις Μύθοι της Ισραηλινής Πολιτικής». Στο έργο αυτό αναπτύσσει θέσεις και επιχειρήματα ιστορικού αναθεωρητισμού τα οποία αμφισβητούσαν τις συμβατικές ιστορικές ερμηνείες σχετικά με το Ολοκαύτωμα. Οι απόψεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις σε πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς κύκλους, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς.
Η υπόθεση κατέληξε στις δικαστικές αίθουσες, έπειτα από προσφυγές ιουδαϊκών οργανώσεων. Το 1998 ο Γκαροντύ καταδικάστηκε βάσει του νόμου Γκαισσό για υποκίνηση φυλετικού μίσους και αμφισβήτηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή, πρόστιμο 240.000 φράγκων και απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου στη Γαλλία. Την υπεράσπισή του ανέλαβε ο γνωστός δικηγόρος Ζακ Βερζέ.
Η καταδίκη του προκάλεσε έντονες συζητήσεις. Οι επικριτές του τον κατηγόρησαν για αντισημιτισμό και ιστορικό αναθεωρητισμό, ενώ οι υποστηρικτές του έκαναν λόγο για περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης.
Την ίδια περίοδο ο Γκαροντύ απέκτησε σημαντική απήχηση σε τμήματα του αραβικού και ισλαμικού κόσμου. Έλαβε δημόσιους επαίνους και τιμητικές διακρίσεις από πολιτικές και θρησκευτικές προσωπικότητες της Μέσης Ανατολής, ενώ το 2002 τιμήθηκε από τον Μουαμάρ Καντάφι.
Η προσέγγισή του με τον ισλαμικό κόσμο είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν υποστήριξε την Ισλαμική Επανάσταση του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν. Παράλληλα ανέπτυξε σχέσεις με πολιτικούς και θρησκευτικούς παράγοντες του αραβικού κόσμου, γεγονός που ενίσχυσε τη δημοτικότητά του στην περιοχή, αλλά συνέβαλε στην περαιτέρω αποστασιοποίησή του από τη δυτική ακαδημαϊκή κοινότητα.
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του διατύπωσε επίσης την άποψη ότι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν αποτέλεσμα αμερικανικής προβοκάτσιας, θέση που προκάλεσε νέες αντιδράσεις και επικρίσεις.
Στα απομνημονεύματά του με τίτλο «Mon tour du siècle en solitaire» αυτοπαρουσιάζεται ως ένας διανοούμενος που ακολούθησε μοναχική πορεία, παραμένοντας πιστός σε σταθερές αρχές, παρά τις ιδεολογικές μετατοπίσεις που χαρακτήρισαν τη ζωή του. Το έργο αποτελεί ταυτόχρονα απολογισμό μιας μακράς διαδρομής και καταγραφή των επαφών του με πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες του 20ού αιώνα.
Οι επισκέψεις του στην Ελλάδα
Ο Ροζέ Γκαρωντύ διατήρησε επαφές με την ελληνική πνευματική και πολιτική ζωή, πραγματοποιώντας περισσότερες από μία επισκέψεις στη χώρα κατά τη διάρκεια της μακράς δημόσιας πορείας του.
Τον Μάιο του 1965 επισκέφθηκε την Ελλάδα ως κεντρικός προσκεκλημένος της «1ης Εβδομάδας Σύγχρονης Σκέψης», η οποία διοργανώθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Θεμέλιο» από τις 12 έως τις 20 Μαΐου. Στο πλαίσιο της διοργάνωσης συμμετείχε ως βασικός ομιλητής και εισηγητής σε σειρά διαλέξεων με θέματα όπως «Ο μαρξισμός και η φιλοσοφία της εποχής μας», «Οι νέοι και τα προβλήματα της παιδείας» και «Μαρξισμός και αισθητική».
Οι παρεμβάσεις του προκάλεσαν έκπληξη σε τμήμα του αριστερού ακροατηρίου, καθώς ήδη διακρινόταν η προσπάθειά του να συνδυάσει τον μαρξισμό με στοιχεία θρησκευτικού και ανθρωπιστικού στοχασμού.

Σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες της εποχής, οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες, με τον συγγραφέα Στρατή Τσίρκα να παρεμβαίνει υπέρ του, επισημαίνοντας προς το ακροατήριο ότι «πρέπει να μην κάνουμε ιδεολογική τρομοκρατία».
Κατά τη δεκαετία του 1990 ο Γάλλος φιλόσοφος επανήλθε στο ελληνικό προσκήνιο με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου «Οι Θεμελιώδεις Μύθοι της Ισραηλινής Πολιτικής». Την περίοδο εκείνη παραχώρησε αποκλειστική συνέντευξη στον Έλληνα δημοσιογράφο και συγγραφέα Κώστα Χατζηδάκη, η οποία προβλήθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό «Τηλετώρα» του αειμνήστου Γρηγόρη Μιχαλόπουλου.
Αργότερα επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την Αθήνα, προκειμένου να συμμετάσχει στην παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου. Κατά την παραμονή του στην ελληνική πρωτεύουσα συμμετείχε σε δημόσιες εκδηλώσεις και συζητήσεις, ενώ εμφανίστηκε εκ νέου στην «Τηλετώρα», αναπτύσσοντας τις απόψεις του για τις διεθνείς εξελίξεις, τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια πολιτική κατάσταση.

Το συγγραφικό έργο
Ο Ροζέ Γκαρωντύ υπήρξε ένας εξαιρετικά παραγωγικός συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του έγραψε περισσότερα από πενήντα βιβλία, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που εκτείνονταν από τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την πολιτική θεωρία έως την αισθητική, την ιστορία και την κριτική του σύγχρονου πολιτισμού.
Σημαντικός αριθμός έργων του μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, γεγονός που καταδεικνύει την απήχηση που είχε για αρκετές δεκαετίες σε τμήματα του ελληνικού πνευματικού χώρου.
Μεταξύ των βιβλίων του που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά περιλαμβάνονται τα:
«Για έναν ρεαλισμό χωρίς όρια: Κάφκα – Πικάσο», εκδόσεις «Πλανήτης 70».
«Ελευθερία» (1960), εκδόσεις «Κυψέλη».
«Η μεγάλη καμπή του σοσιαλισμού» (1971), εκδόσεις ΒΙΠΕΡ / Papyros Press Ltd. Στο έργο αυτό επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση της κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αναζητώντας τα αίτια που, κατά την άποψή του, οδήγησαν στον ιδεολογικό εκφυλισμό του. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο κινεζοσοβιετικό σχίσμα, στην εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και στις αντιφάσεις της εφαρμογής της μαρξιστικής θεωρίας στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.
«Ολόκληρη η αλήθεια», εκδόσεις «Καμαρινόπουλος».
«Ξανακατακτώντας την ελπίδα» (1971), εκδόσεις «Βέγας». Η ελληνική έκδοση τυπώθηκε με τη συμβολή του γνωστού Γλέζου. Στο βιβλίο ο συγγραφέας αναζητά νέες προοπτικές ανανέωσης της αριστερής σκέψης και επαναδιατύπωσης του σοσιαλιστικού οράματος.
«Η άλλη διέξοδος» (1973), εκδόσεις «Ολκός».
«Η ελευθερία εν αναστολή – Πράγα 1968», έργο αφιερωμένο στα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας και στις συνέπειες της σοβιετικής επέμβασης.
«Καρλ Μαρξ», εκδόσεις «Ολκός», όπου επιχειρεί μια φιλοσοφική προσέγγιση του έργου και της σκέψης του Μαρξ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της μαρξικής θεωρίας.
«Οι Θεμελιώδεις Μύθοι της Ισραηλινής Πολιτικής» (1996), εκδόσεις «Νέα Θέσις», με πρόλογο του Δημητρίου Κολλάτου και μετάφραση του συγγραφέα Μάριου Βερέττα. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αντιδράσεις, όπως είχε συμβεί και στη Γαλλία, ενώ η παρουσία του ίδιου του συγγραφέα στην παρουσίασή του συγκέντρωσε σημαντικό ενδιαφέρον.
«Το πλέγμα του Μαραθώνα» (1977), ένα από τα έργα του που προκάλεσαν συζητήσεις στον ελληνικό χώρο λόγω των θέσεων που διατύπωσε για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Σύμφωνα με την κριτική που άσκησε ο Σαράντος Καργάκος, ο Γκαρωντύ αντιμετώπισε αρνητικά την επίδραση της αρχαίας Ελλάδας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής σκέψης, προβάλλοντας ως εναλλακτικό πρότυπο τους πολιτισμούς της Ανατολής. Ο Καργάκος υποστήριξε επίσης ότι ο Γάλλος φιλόσοφος προχώρησε σε αμφιλεγόμενες ερμηνείες προσώπων, γεγονότων και θεσμών της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.
«Ο ισραηλινός σιωνισμός στο εδώλιο», εκδόσεις «Νέα Θέσις», σε μετάφραση των Σοφίας Κουτσοπούλου και Ιωάννη Σχοινά.
«ΗΠΑ: Η εμπροσθοφυλακή της παρακμής» (1999), εκδόσεις «Νέα Θέσις». Στο έργο αυτό ασκεί δριμεία κριτική στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στην πολιτισμική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στον σύγχρονο κόσμο.
«Ο χορός στη ζωή», εκδόσεις «Ηριδανός», ένα έργο που αναδεικνύει το ενδιαφέρον του για την αισθητική, την τέχνη και τη δημιουργική έκφραση.
Η παρακαταθήκη
Η προσωπικότητα του Ροζέ Γκαρωντύ εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις. Για τους υποστηρικτές του υπήρξε ένας ανήσυχος διανοούμενος που δεν δίστασε να αμφισβητήσει κυρίαρχες πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, ακόμη και όταν αυτό είχε σοβαρό προσωπικό κόστος.
Σε κάθε περίπτωση, ο Γκαρωντύ παραμένει μια από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές της ευρωπαϊκής διανόησης του 20ού αιώνα. Η πορεία του, από τον προτεσταντισμό στον μαρξισμό, από τον κομμουνισμό στο Ισλάμ και από την πολιτική καταξίωση στη δημόσια απαξίωση από τους θιασώτες της «σωστής πλευράς της ιστορίας», αντανακλά τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις και αναζητήσεις που σημάδεψαν ¨την ευρωπαϊκή σκέψη στα τέλη του περασμένου αιώνος.
