της Κατερίνας Τ.
Η γυναίκα που ταυτίστηκε όσο καμία άλλη με το αμερικανικό φεμινιστικό κίνημα των δεκαετιών του ’60 και ’70, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών.
Ποια ήταν η Steinem
Γεννημένη στο Τολέδο του Οχάιο το 1934. Η οικογένειά της είχε μικτή (γερμανική και εβραϊκή) καταγωγή. Η γιαγιά της, Pauline Perlmutter Steinem, ήταν εξέχουσα σουφραζέτα, πρόεδρος του Συνδέσμου για το Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών στο Οχάιο και η πρώτη γυναίκα που εκλέχθηκε σε σχολική επιτροπή εκεί.
Για δεκαετίες, η Steinem ήταν η πιο διάσημη εργένισσα των ΗΠΑ. Απέρριπτε κατηγορηματικά τον θεσμό του παραδοσιακού γάμου, θεωρώντας τον νομικά ετεροβαρή εις βάρος της γυναίκας. Επέλεξε συνειδητά να μην γίνει μητέρα, δηλώνοντας ότι είχε περάσει τα παιδικά της χρόνια φροντίζοντας άλλους και ότι πλέον ήθελε να ζήσει για τον εαυτό της και το κίνημα. Όταν τη ρωτούσαν αν το μετάνιωσε, απαντούσε: «Δεν θέλουν όλοι να ζήσουν την ίδια ζωή. Ο κόσμος είναι γεμάτος από παιδιά που χρειάζονται φροντίδα, δεν χρειάζεται να τα γεννήσουμε εμείς». Το 2000,σε ηλικία 66 ετών, εξέπληξε τους πάντες όταν παντρεύτηκε τον David Bale, έναν Νοτιοαφρικανό ακτιβιστή και επιχειρηματία (και πατέρα του διάσημου ηθοποιού Christian Bale). Η Steinem παντρεύτηκε φορώντας τζιν παντελόνι. Κατά τη διάρκεια των όρκων, το ζευγάρι αρνήθηκε τις λέξεις «σύζυγος» (husband/wife) και τις αντικατέστησε με τη λέξη «σύντροφοι» (Ο γάμος έγινε επειδή οι νόμοι είχαν πλέον αλλάξει και δεν στερούσαν από τη γυναίκα τα δικαιώματά της, αλλά και για πρακτικούς λόγους (για να αποκτήσει ο Bale ράσινη κάρτα). Ο γάμος κράτησε μόνο τρία χρόνια, καθώς ο Bale πέθανε από λέμφωμα το 2003.
Το 1971, η Στάινεμ συνίδρυσε το Εθνικό Πολιτικό Μπουλούκι Γυναικών (National Women’s Political Caucus) και, έναν χρόνο αργότερα, το πρωτοποριακό περιοδικό «Ms.». Ήταν το πρώτο μεγάλο περιοδικό στις ΗΠΑ που ανήκε, διοικούνταν και γραφόταν αποκλειστικά από γυναίκες, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα που η mainstream δημοσιογραφία αγνοούσε, όπως η ενδοοικογενειακή βία, η εργασιακή ανισότητα και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα.Η Steinem συνεργαζόταν στενά με Αφροαμερικανίδες, ιθαγενείς ακτιβίστριες κι ήταν από τις πρώτες λευκές φεμινίστριες που αντιλήφθηκαν ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον αγώνα κατά του ρατσισμού.
Υπήρξε από τις πιο σθεναρές φωνές υπέρ της νομιμοποίησης των αμβλώσεων και της πρόσβασης στην αντισύλληψη. Η δράση του κινήματος της οδήγησε στο ιστορικό ορόσημο της απόφασης Roe v. Wade το 1973, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κατοχύρωσε συνταγματικά το δικαίωμα στην άμβλωση. Ήταν η δικαίωση ετών στους δρόμους, στις δικαστικές αίθουσες και στις σελίδες του περιοδικού Ms..
Ήταν από τις πρώτες φεμινίστριες που στήριξαν ανοιχτά τα δικαιώματα της κοινότητας και τον γάμο ομοφύλων, συνδέοντας την πατριαρχία με την ομοφοβία. Έγινε διάσημη η φράση της ότι «μια γυναίκα που αγαπά μια άλλη γυναίκα είναι η πιο καθαρή μορφή εξέγερσης ενάντια στην πατριαρχία».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 (συγκεκριμένα από το 1958 έως το 1962), διηύθυνε μια οργάνωση νεολαίας με το όνομα Independent Research Service.Η αποστολή της ήταν να οργανώνει ομάδες προοδευτικών, μη κομμουνιστών Αμερικανών φοιτητών για να συμμετάσχουν στα Παγκόσμια Φεστιβάλ Νεολαίας στην Ευρώπη (όπως στη Βιέννη το 1959 και στο Ελσίνκι το 1962). Τα φεστιβάλ αυτά χρηματοδοτούνταν και ελέγχονταν από τη Σοβιετική Ένωση για σκοπούς προπαγάνδας. Η CIA χρηματοδοτούσε κρυφά την οργάνωση της Στάινεμ μέσω εικονικών ιδρυμάτων, προκειμένου οι Αμερικανοί φοιτητές να λειτουργήσουν ως «αντίβαρο» στη σοβιετική επιρροή και να προωθήσουν τις αμερικανικές θέσεις.
H Steinem δε το αρνήθηκε ποτέ. Δήλωσε ότι εκείνη την εποχή (στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου), η CIA που γνώρισε η ίδια ήταν «φιλελεύθερη, μη βίαιη και έντιμη». Χάρηκε, όπως είπε, που βρήκε κυβερνητικούς αξιωματούχους που ήταν αρκετά διορατικοί ώστε να στηρίξουν την ελεύθερη διακίνηση ιδεών απέναντι στον κομμουνισμό. Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι η ίδια δεν λειτούργησε ποτέ ως κατάσκοπος ούτε της ζητήθηκε να δώσει πληροφορίες για άλλους Αμερικανούς.
Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε βαθύ ρήγμα στο φεμινιστικό κίνημα, το οποίο αναζωπυρώθηκε το 1975 από τη ριζοσπαστική φεμινιστική ομάδα Redstockings. Οι επικριτές της υποστήριξαν ότι η Steinem φυτεύτηκε ή χρησιμοποιήθηκε από το αμερικανικό κατεστημένο για να στρέψει το δεύτερο κύμα του φεμινισμού μακριά από τη ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική και μαρξιστική ανάλυση.
Η Steinem δεν υπήρξε ποτέ η αυθεντική ριζοσπαστική φωνή, αλλά μια προσωπικότητα απόλυτα συμβατή με το αμερικανικό κατεστημένο. Από τη σκοτεινή χρηματοδότησή της από τη CIA στα νεανικά της χρόνια μέχρι την προώθηση ενός «αστικού» φεμινισμού (middle-class feminism) που αγνοούσε την ταξική πάλη, η δράση της κατηγορήθηκε ότι απονεύρωσε το κίνημα από τις πραγματικά επαναστατικές του διεκδικήσεις. Η Steinem δεν απελευθέρωσε τη γυναίκα, αλλά τη στέρησε από τους παραδοσιακούς της ρόλους, αντικαθιστώντας τους με το άγχος της επαγγελματικής επιβίωσης. Ο φεμινισμός που ηγήθηκε κατηγορείται σήμερα ότι ενοχοποίησε την ανδρική ταυτότητα, καλλιέργησε τη μισανδρία και οδήγησε σε μια πρωτοφανή δημογραφική κρίση στη Δύση μέσω της συστηματικής προώθησης των αμβλώσεων ως δικαιώματος επιλογής. Η Steinem και οι συνοδοιπόροι της δημιούργησαν μια κουλτούρα θυματοποίησης, η οποία αντί για ισότητα, έφερε την πόλωση και την αποξένωση ανάμεσα στα δύο φύλα. Η αποτίμηση του έργου της δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει το βαρύ τίμημα που πληρώνει η σύγχρονη κοινωνία: τη μοναξιά, τη διάλυση των σχέσεων και την απώλεια των θεμελιωδών αξιών που κρατούσαν τις κοινότητες ενωμένες.
