18 C
Αθήνα
19/05/2026
Αρθρογραφίαπρώτη σελίδα

Περί πεσιμισμού

του Βαγγέλη Αραγιάννη

 

Στον ουρανό χορεύουνε στον άδη κάνουν γάμο
Και βγήκαν και καλούσανε όλους τους πικραμένους

Άχι κι ας με καλούσανε και με το πικραμένο
Να φτιάξω πράσινα κεριά και αλεξιμνιές λαμπάδες

Να τσ’ αναβά να γύριζα τον άδη γύρου γύρου
Να δω τσι νιούς πως κοίτουνται τσι γέρους πως κοιμούνται
Να δω και τα μωρά παιδιά

ριζίτικο από τα Χανιά

 

Όσες χιλιετίες κι αν περάσουν και όσα κι αν προσπαθήσουν να μας πουν και να μας υποσχεθούν περί σωτηρίας, περί αιώνιας ζωής και πάσης φύσεως παραδείσων, στην ψυχή του ο έλληνας γνωρίζει πως όταν τελειώσει με αυτόν τον κόσμο, θα κατέβει στον Άδη. Μια σκιά και μια ανάμνηση του εαυτού του, θα κατοικίσει κι αυτός, όπως και όλοι οι υπόλοιποι θνητοί εκεί, στα σπήλαια και στα λιβάδια του Άδη.

Θα περίμενε κανείς πως όλα τα περί αυτής της ακροτελεύτιας συνθήκης στη ζωή του ανθρώπου, εκείνης της συνθήκης που είναι η πιο σημαντική απ’ όλες, εφόσον ο βίος κατά τον Πλάτωνα αποτελεί σκέψη επί του θανάτου, θα είχε επιτέλους μετά από δύο χιλιάδες χρόνια, αλλάξει προς το περισσότερο… αισιόδοξο.

Δεν συνέβη αυτό με τον Έλληνα, όμως, όπως τα λαϊκά μας τραγούδια συνεχίζουν να μας υπενθυμίζουν.

Πολλοί μας κατηγόρησαν για ανατολίτικη μοιρολατρεία, ενώ άλλοι για οπαδούς μιας νεκρής παράδοσης.

Μόνο ο Νίτσε είχε την οξυδέρκεια ώστε να κατανοήσει κάποια πράγματα, μέσα κι αυτός στην αρχαιολατρία της εποχής του. Στο έργο του “Η γέννηση της Τραγωδίας” συμπέραινε πως οι έλληνες είναι πεσιμιστές υπό την έννοια πως δεν παραμυθιάζουν τον εαυτό τους με σωτηριολογίες και ευσεβείς πόθους σε κανένα φυσικό ή μεταφυσικό επίπεδο. Αντίθετα, έχουν το κουράγιο να κοιτάζουν κατάματα τον κόσμο και να αποδέχονται την πραγματικότητα περί μιας ζωής γεμάτης συμφορές και βάσανα. Συμπληρώνει μάλιστα πως αυτή τους η στάση, τους επιτρέπει να δημιουργούν την ελληνική τους τέχνη με κορυφαίο παράδειγμα την αρχαία Τραγωδία.

Δεν είναι τόσο απλό, βέβαια όσο ο Νίτσε περιγράφει, εφόσον η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση της Κοσμικής αλήθειας από τον λαό μας τον κάνει αυτόματα όχι μόνο έναν λαό με υψηλό αισθητικό κριτήριο, αλλά ένα θηρίο δαρβινικής επιβίωσης.

Πολλοί λαοί ονειρεύονται έναν κόσμο ακούσιας καλοσύνης και μια μεταθανάτια αιώνια ζωή οπού οι “καλοί” ανταμείβονται κλπ, κλπ. Ένας ψυχολογικός φαύλος κύκλος, δηλαδή, πνευματικής και μεταφυσικής οκνηρίας που ζημίωσε ανεπανόρθωτα (και αυτό θα πράξει και στο μέλλον) σε όποιον τον υιοθετεί.

Η υψηλότερες τάξεις των Ελλήνων στην διάρκεια της ιστορίας μας ήταν εκείνες που είχαν πάντα μεγαλύτερη τάση για “εξωστρέφεια”, συναλλαγή και ενσωμάτωση ξένων ιδεών και στοιχείων. Πάντα βέβαια, όταν το πλουραλιστικό τους αφήγημα ετίθετο σε αμφισβήτηση λόγω των ιστορικών συνθηκών, πάντα αυτές οι τάξεις επέστρεφαν πανικόβλητες και αμήχανες πίσω στην φυλετική και ιστορική τους βάση που είναι πάντα ο λαός, ο “αμόρφωτος” λαός. Αρέσκονται πολύ οι αστοί και οι μεγαλοαστοί στο να διαχωρίζουν την θέση τους από αυτόν τον “αμόρφωτο” όχλο, όπως αυτοί τον αποκαλούν, προσδίδοντας του στην καλύτερη των περιπτώσεων μία μόνον φολκλορική αξία.

Βέβαια, η αλήθεια είναι πως μόνον αυτό το μέρος του λαού είναι το πραγματικά κατέχον την ελληνικότητα και όχι οι πάντα έτοιμες για αλισβερίσι αστικές τάξεις.

Στην τέχνη και τη ζωή αυτού του λαού δεν ανα-βιώνουν ως Δελφικές Εορτές οι θεοί της φυλής μας αλλά ΕΠΙ-ΒΙΏΝΟΥΝ. Όπως επεβίωσε η μουσική, η λαϊκή ποίηση, οι νεράιδες (νηρηίδες), ο λατρευτικός υπερπληθυσμός (έστω και με άλλα ονόματα), η αγάπη για την Πατρίδα, κλπ.

Στις στάνες και στα μητάτα, στα δίχτυα του ψαρά, στην τσάπα και τα μερομήνια, στην οικοδομή και στον ταρσανά, εκεί που δεν επιτρέπεται και δεν ευδοκιμεί η φθηνή αισιοδοξία, εκεί ζει χιλιάδες χρόνια τώρα, αέναη και ατόφια, η ψυχή της φυλής.

Η ψυχή αυτή της οποίας τα μάτια αντικρύζουν απέναντί τους και στο ίδιο μάλιστα ύψος τα μάτια των ίδιων των θεών. Παιδιά των θεών τους, άλλωστε, είναι οι έλληνες. Μαζί τους θα κουβεντιάσουν, θα μιλήσουν για τα βάσανα και τις χαρές, θα ανταλλάξουν κομπλιμέντα και πολλές φορές και ανίερες ύβρεις.

Στο ελληνικό ψυχικό αλώνι, ο τρόμος για τον φοβερό και ανηλεή αυτόν κόσμο εναλλάσσεται την επόμενη ακριβώς στιγμή με την εκτυφλωτική σαγήνη και τον έρωτα.

 

Και ξάφνου απ’ το βουνό το απόγκρεμο ροβόλησε κινώντας

με πόδι γρήγορο· τα τρίψηλα βουνά και τα ρουμάνια

σείστηκαν κάτω απ’ τα ποδάρια του τ’ αθάνατα, ως δρομούσε.

Τρεις δρασκελιές δρομώντας έκαμε, στην άλλη εβρέθη κιόλα

μπρος στις Αιγές· εκεί περίλαμπρο μες στου πελάου τα βάθη,

στραφταλιστό, χρυσό, ακατάλυτο παλάτι του ‘χαν χτίσει.

Φτάνοντας έζεψε στο αμάξι του δυο χαλκοπόδαρα άτια,

γοργόφτερα, με χήτες που ‘πεφταν χρυσές από το σβέρκο.

Χρυσά μετά κι ατός του εφόρεσε, και πήρε ένα μαστίγι

χρυσό, καλοφτιαγμένο, κι έπειτα στο αμάξι του πηδώντας

πήρε να τρέχει απά στα κύματα, κι απ’ τους βυθούς ολούθε

οι δελφίνοι, ως εφάνη, εσκίρτησαν, τον κύρη τους νογώντας.

Κι άνοιγε η θάλασσα χαρούμενη, και τ’ άλογα πετούσαν

γοργά, κι ουδέ από κάτω εμούσκευε το χάλκινο τ’ αξόνι·

τόσο γοργά τον φέρναν τ’ άλογα στ’ Αργίτικα καράβια.

Ιλιάς Ν

 

Θεός Χθόνιος και σκοτεινός από τη μια αλλά και του αδάμαστου Ωκεανού και των κυμάτων από την άλλη, ο Ποσειδώνας, τη μια στιγμή ως Ενοσίγαιος (κοσμοσείστης) αποφασίζει να γκρεμίσει την Γη με το Εγκέλαδο και την άλλη ως Πελάγιος αποφασίζει να τρέξει γρήγορα με το χρυσό του άρμα πάνω στα Πελάγη για να βρεθεί αμέσως κοντά στους αγαπημένους του Αργίτες. Αυτός είναι ο Βίος (εκ της βίας) της φυλής μας, μια μάχη μέχρι θανάτου με την ίδια μας την ψυχή, με τον Κόσμο τον ίδιο.

Ένας απέραντος ενιαυτός, ένας αιώνιος κύκλος είναι ο Κόσμος για την φυλή μας. Χωρίς καμία Αρχή και χωρίς κανένα Τέλος. Και δεν χρειαστήκαμε ποτέ να διδάξουμε ή να “νουθετήσουμε” τα παιδιά μας και τους άλλους για το τί είναι αυτό που μας περιβάλει και βλέπουμε γύρω μας , παρά μόνο με ένα τραγούδι τραγουδήσαμε, όσο πιο όμορφα, το όνειρο που ζούμε.

Από τις Ελικωνιάδες Μούσες το τραγούδι ας αρχίσουμε,
που του Ελικώνα το βουνό κατέχουν, το μεγάλο και πανίερο,
κι από την κρήνη γύρω τη μενεξεδιά με πόδια απαλά
χορεύουν και το βωμό του παντοδύναμου του γιου του Κρόνου …

Στ αλήθεια πρώταπρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.
120Αλλά κι ο Έρωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά
δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.
Κι από το Χάος έγινε το Έρεβος κι η μαύρη Νύχτα.
Κι από τη Νύχτα πάλι έγιναν ο Αιθέρας και η Ημέρα“

Ησίοδος, Θεογονία

 

Με ένα τραγούδι υμνεί τη ζωή, τους θεούς και τον Κόσμο η φυλή μας.

Όχι, όμως, ως κάτι με αρχή, διάρκεια και τέλος, αλλά ως μια συγχρονική πραγματικότητα και αλήθεια.

 

Γιατί το Χάος δεν βρίσκεται στην αρχή αλλά στο κέντρο της Ύπαρξης

Από εκεί εκπορεύεται όλο το σόι των θεών και των ανθρώπων και η “γέννηση” τους συμπίπτει με την κατά στιγμή αλήθεια της ελληνικής μας ψυχής.

Ο Eric Dodds στο βιβλίο του “οι Έλληνες και το Παράλογο” γράφει πως σε κάποια στιγμή κάποιοι έλληνες ταξιδιώτες στην Κεντρική Ασία αντίκρυσαν τελετές ντόπιων σαμάνων και από την εντύπωση που αυτές τους έκαναν συμπέραναν πως η ψυχή πρέπει να διαφέρει από το σώμα και πως αυτά τα δύο είναι πράγματα ξεχωριστά. Φέρνοντας αυτές τις απόψεις τους επιστρέφοντας στην Ελλάδα βοήθησαν στο να γεννηθεί το κίνημα του Ορφισμού που “διδάσκει” την αθανασία της ψυχής. Τα πράγματα πήραν, από αυτό το σημείο, μια επιπλέον τροπή στα θρησκευτικά δρώμενα της πατρίδας μας. Κυρίως όμως αυτό συνέβη στα άστεα, όπου πάντα, όπως περιγράψαμε, κυριαρχεί η “αμφισβήτηση” και το “ανοιχτό μυαλό”. Πλάτωνας, Πυθαγόρας και όλα τα συμπαρομαρτούντα αυτών προσέδωσαν μια ιδιαίτερη χροιά στην φιλοσοφική θεματολογία των πόλεων ενώ ο εκτός των τειχών “αμόρφωτος” λαός παρέμενε “απαίδευτος”. Βλέπουμε πως κάποιες συμπεριφορές και χούγια είναι διαχρονικά στον τόπο μας. Και θα περίμενε κανείς αυτός ο “αμόρφωτος και απαίδευτος” όχλος να έχει αλλάξει και ο ίδιος κατά καιρούς, όμως προς απογοήτευση πάντων των “προοδευμένων”, ακόμη και σήμερα παραμένει στέρεα καθηλωμένος κάπου στην εποχή του Χαλκού.

Γυρνώντας στον Νίτσε και την αγάπη του για την Ελλάδα, γίνεται σαφές πως ελάχιστοι κατανόησαν (όποιοι αλλόφυλοι) την ουσία της Ελλάδας, κάτι βέβαια το οποίο ουδείς μή-έλληνας είναι υποχρεωμένος να πράττει, εφόσον τα περί της φυλής μας αφορούν την φυλή μας και μόνον αυτή.

Και ίσως να καταντάει και κουραστικό όλο αυτό το αφήγημα περί της “Δύσεως” έχουσας τις ρίζες της εδώ στην Ελλάδα.

Με κατανόηση και συμπάθεια κοιτάει κανείς το Οικοδόμημα της ιταλικής Αναγέννησης που εφέρετο ως η ανάσταση του Αρχαίου κόσμου.

Ούτε ανάσταση ήταν ούτε ο κόσμος αυτός ήταν “αρχαίος”. Γιατί η Ελλάδα βρίσκεται συγχρονική και ζωντανή και δεν χρειάστηκε και δεν χρειάζεται ποτέ κάποιου είδους Αναγέννηση.

Και η κατανόηση αυτής της αλήθειας βρίσκεται στον πυρήνα της όποιας αίσθησης περί του εαυτού μας ως ελλήνων.

Στον κόσμο που αναδύεται μπροστά στα μάτια και στα αυτιά μας, το μόνο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να είμαστε αυτοί που ήμασταν εκ καταβολής, δηλαδή ο εαυτός μας.

 

“Με τον ερχομό της Αναγέννησης στην Ευρώπη,

οι Ολύμπιοι θεοί εκθρονίστηκαν

και την θέση τους ξαναπήραν οι Τιτάνες”

Alexandr Dugin

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Κόναν ο Βάρβαρος»: το σκοτεινό επικό αριστούργημα που μετέτρεψε τον Σβαρτσενέγκερ σε θρύλο

Mixalis

Γκυστάβ Λε Μπον — Τα άγνωστα έργα,  για την επιρροή της φυλής στην νοημοσύνη, την ψυχολογία, και την εξέλιξη της ιστορίες

Mixalis

Είμεθα σχιζοφρενείς,

Mixalis