Φλεγόμαστε από την επιθυμία να βρούμε στέρεο έδαφος και ένα έσχατο θεμέλιο, στο οποίο να χτίσουμε έναν πύργο που θα φτάνει στο άπειρο. Αλλά όλη η προκαταρκτική εργασία εμφανίζει ρήγματα και η γη ανοίγει σε αβύσσους…»
Μπλαιζ Πασκάλ
Εάν είναι αλήθεια ότι η Φιλοσοφία αποτελεί μία διείσδυση του ανθρώπινου πνεύματος στη συνολική εποπτεία και αντίληψη του Είναι και ότι δίδει μία βεβαιωτική και λυτρωτική μαρτυρία για το μυστηριακό φαινόμενο της ζωής, τότε ο Μαρτίνος Χάιντεγγερ (1889 – 1976)εγγίζει σε υπερθετικό βαθμό το χαρακτηρισμό του μεγάλου φιλοσόφου του 20ου αιώνος. Και αυτό, διότι απέδωσε τα φιλοσοφικά ζητήματα στις πρωταρχικές «καθαρές» τους βάσεις και αποπειράθηκε να ερμηνεύσει την άρρηκτη σχές Είναι– υπαρξιακού υποκειμένου με μία μοναδική πρωτοτυπία, οξυδέρκεια και σχολαστικότιτα στην συλλογιστική του και στην έκφραση των απόψεών του. Κατάφερε να επεξεργαστεί (και να ανταπεξέλθει) με συνεπή και αξιοθαύμαστο τρόπο το δύσκολο ρώτημα περί του νοήματος του Όντος, ερώτημα το οποίο είχε περιπέσει σε λησμονιά για τους φιλοσόφους επί τους αιώνες και που πρώτοι το έθεσαν και ανέλυσαν οι Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι. Από αυτήν την άποψη, η φιλοσοφία του Χάιντεγγερ αντανακλά στον παρόντα αιώνα, με μία «ανακαινισμένη» ασφαλώς μεθοδολογία, το μεγαλείο και την πολιτισμική γονιμότητα όλης της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Είναι μία φιλοσοφική επαναφορά και συγχρόνως μία πρόταση σωτηρίας για τον «Πεπτωκότα» σύγχρονο άνθρωπο. Τέλος, είναι η προσφορά, εκ μέρους του, μιας καθαρτικής απαντήσεως (λύσεως) που σύγκειται … από την ελευθερία της Υπάρξεως. Διότι αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις της φιλοσοφίας του: το να έχουμε την ελευθερία να θέτουμε ερωτήματα περί του Είναι – απαραίτητη προϋπόθεση στον Χάϊντεγγερ, για να συλλάβει ο άνθρωπος τον σκοπό του στον κόσμο – και όχι να δίδουμε απαντήσεις, αφού «η ελευθερία είναι το θεμέλιο των θεμελίων»!
Ο ανωτέρω διττός στοχασμός – που είναι και το βασικό φιλοσοφικό πρόβλημα – του ανθρώπινου όντος, να γνωρίσει αφ’ ενός αντικειμενικά την φύση των πραγμάτων και αφ ετέρου να κατανοήσει τον ίδιο του τον εαυτό (αυτοσυνείδηση), φθάνει με τον Χάιντεγγερ στην σχεδόν απόλυτη πνευματική αυτοαναφορικότητα (ο πλατωνικός «Έρως») και ανατέμνει νέους δρόμους προσεγγίσεως του φιλοσοφικού επιστητού Οι νέοι αυτοί δρόμοι δίδουν μία εξόχως ανθρωπιστική αντίληψή της Φιλοσοφίας και των ζητημάτων της, αφού θεωρούν ως αίτιο και αποτέλεσμα κάθε στοχαστικής ενέργειας και κάθε πρακτικού αποτελέσματος την ανθρώπινη Ύπαρξη. Ο καντιανός αντιθετικός συνδυασμός (πράγμα καθ’ εαυτό – φαινόμενο από τη μία, που εκφράζει τον αισθητό κόσμο και υποκειμενικό – λογικό στοιχείο από την άλλη, που εκφράζει την συνείδηση), τρέπεται σε μία αδιάρρηκτη και αλληλοπεριχούμενη ενότητα ενάντια σε όλους τους μονολιθικούς μονισμούς και δυϊσμούς των μέχρι την εποχή του φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Χάιντεγγερ, συνεπώς, αναμφίβολα αποτελεί τον νεωτεριστή των ουσιαστικών και καρποφόρων φιλοσοφικών συνδυασμών της σύγχρονης εποχής.
Το σύνολο, λοιπόν, του έργου του Χάιντεγγερ συνιστά ένα ορόσημο για τις απαρχές και την ανέλιξη της επιστήμης της Φιλοσοφία του 20ου αιώνος. Επηρέασε διανοητές και συστήματα σκέψεως, ήγειρε συζητήσεις και αντιδράσεις, διαμόρφωσε φιλοσοφικές μεθοδολογίες και το βασικό σκελετό του κινήματος του Υπαρξισμού – αν και ο ίδιος ηρνείτο την ιδιότητα τυ Υπαρξιστή και προτιμούσε τον χαρακτηρισμό : Φιλόσοφος του Είναι, επέδρασε έμμεσα και άμεσα σε βιοθεωρίες και τρόπους ζωής, αλλά και σε κοσμοθεάσεις που βοήθησαν και βοηθούν τον άνθρωπο να κατανοήσει το Όν, την Ιστορία και την τραγικότητα της φύσης του.
Η ευδοκίμηση των ιδεών του είναι ένα γόνιμο συγκείμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν παγκόσμιοι πόλεμοι, κοινωνικοοικονομικές ανωμαλίες, αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης από την εργασία και από την άκριτη (άλογη) χρήση της νέας τεχνολογίας που παραγνωρίζει κάθε τι το πνευματικό και ηθικό, ξέφρενο κυνηγητό του κέρδους, εκμετάλλευση, αποξένωση και απομόνωση του ατόμου στις ολοένα και περισσότερο μεγεθυνόμενες μεγαλουπόλεις, πτώση των παραδοσιακών αξιών και άλλα πλείστα όσα. Έτσι, πιθανώς τα εσώτατα εφαλτήρια και οι βαθύτατοι ψυχολογικοί, κινητοποιοί μηχανισμοί του Χάιντεγγερ να ήσαν στοιχεία πολιτικής υφής (με την ευρεία έννοια του όρου. Αυτό συνεπάγεται από την οξεία κριτική που κάμει στην σύγχρονη δυτική τεχνοκρατική κοινωνία και στα αυστηρώς ορθολογιστικά της ιδεολογήματα, αλλά και από του ότι οι χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης μπορούν να ηγηθούν μίας προσπάθειας ανασύρσεως της εν κρίσει ανθρωπότητας από την «πτώση» («Verfall») και την «αλλοτρίωση (Entfremdung). Ακόμα είναι γνωστή η, εκτός φιλοσοφικού λόγου, τόσο παρεξηγημένη πίστη του στις παραδοσιακές γερμανικές αξίες , ως παράγοντα αναγεννήσεως του πολλαπλά καθημαγμένου έθνους της Γερμανίας. Αλλά και ο πυρήνας της φιλοσοφικής του συγκροτήσεως γέμει από την αλληλοεξάρτηση και συνύφανση του Εγώ με τον Κόσμο, σε ένα προ-πολιτικό (μεταφυσικό) επίπεδο βεβαίως, εν τούτοις, όμως με εύκολα εξαγώγιμους συνειρμούς στον μελετητή και αναγνώστη του Χάιντεγγερ για μεταγωγή των φιλοσοφικών αποφάνσεων στο πολιτικό (μεταοντολογικό) επίπεδο των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων. Ο Χάιντεγγερ, ασφαλώς αποφεύγει στα γραπτά του τις ευθείες πολιτικές αναφορές, διότι είναι φιλόσοφος, δηλαδή a priori υπέπρκειται της ανθρώπινης εμπειρίας. Αλλά η ολη έκρηξη του βαθυστόχαστου Υπαρξισμού του σε μία συγκεκριμένη πολιτικά νοηματοδοτημένη περίοδο της Ιστορίας δεν δύναται να είναι τίποτε άλλο παρά και ένα πολιτικό σχόλιο. Έννοιες, οι οποίες δομούν στερά και αυστηρώς λογικά το έργο του, όπως «σχέδιο» ή «προβολή» (Entwurf), «μέριμνα» (Sorge), «συν-υπάρχειν» δεν μπορεί παρά να είναι έννοιες που δεσμεύουν το Εγώ (Ύπαρξη) με τον πολυειδή περίγυρο, έννοιες που προκαθορίζουν και θέτους όρους στο είναι του Εγώ και στους τρόπους του – οριοθετώντας ταυτοχρόνως την ελευθερία του – και οι οποίες είναι εν τελική αναλύσει ουσιωδώς πολιτικές.
Όμως η μεγαλειωδέστερη πολιτική νύξη στον φιλοσοφικό λόγο του Χάιντεγγερ είναι η έννοια της «αρχέγονης πηγής» που συσχετίζεται με την πίστη του για την αυταξία της ξεχωριστής για τον καθένα, ανθρώπινης πορείας και της διαφορετικής (εθνικής) παράδοσης. «Γίνε αυτό που είσαι!» προστάζει ο Φιλόσοφος συνδυάζοντας για μία ακόμη φορά – εξαίσια και επιτυγχάνοντας την ενότητα των αντιθέτων: ελευθερίας και πεπρωμένου, τυχαίας επιλογής και αναγκαιότητος, υποκειμενικού και αντικειμενικού, Υπάρξεως και Είναι. Πιστεύει ακραδάντως ότι κάθε γνήσια εξέλιξη του υπαρξιακού υποκειμένου είναι μία επιστροφή σ’ αυτήν την «αρχέγονη πηγή», την αρχετυπική βάση, δηλαδή, που θέτει το περίγραμμα για την ελεύθερη εαυτοδημιουργία του και προσδιορίζει καταλυτικά την χρονικότητά του. Το να γυρνάς πίσω κοιτώντας στο μέλλον μέσα σ’ ένα πλήρες περιεχομένου παρόν, επάγει την τελείωση και την κάθαρση της ανθρώπινης υπάρξεως από κάθε μορφή «αγωνίας» ή «άγχους»(Angst). Τοιουτοτρόπως, εισάγει μία μεγαλοφυή αντίληψη για τον άνθρωπο και για τις κατευθύνσεις της Ιστορίας. Οι προσδιορισμοί της «αρχέγονης πηγής»υπάρχουν, αλλά πλέον το ιστορικό γίγνεσθαι δεν εξελίσσεται νομοτελειακά και γραμμικά.»Η Ιστορία δεν έχει ροπή: δεν έχει παρά τη ροπή που τους δίνουν αυτοί που την κάνουν. Δεν χειρίζεται τον άνθρωπο παρά μόνο κατά το μέτρο που ο άνθρωπος την χειρίζεται…. Παρελθόν, παρόν, μέλλον δεν είναι πια ανεξάρτητα διακρινόμενα σημεία επάνω σε μία μονοδιάστατη γραμμή, αλλά αντίθετα είναι προοπτικές που συμπίπτουν μέσα σε κάθε στιγμή επικαιρότητος».
Είναι εκ των υστέρων ερμηνευθείσα από μελετητές του Χάιντεγγερ ως σφαιρική (μη γραμμική και μη κυκλική) αντίληψη της στορίας. Συμφώνως μ’ αυτήν, οι ιστορικομορφοποιητικές αναγκαιότητες μηδενίζονται και η πραγματικότητα της Ύπαρξης δημιουργεί εν ελευθερία τον εαυτό της, αλλά και την ίδια την Ιστορία, δίδοντάς της χωροχρονικές τάσεις και ροπές, και επικαθορίζοντας την καταλυτικά. Συμφυής, επίσης, οντολογική κατάσταση με αυτήν της Υπάρξεως είναι κατά τον Χάιντεγγερ η «δυνατότητα» (MoglichKeit) – το «εν δυνάμει» του Αριστοτέλη – , η οποία ωθεί και «τρέφει αενάως την ανθρώπινη ελευθερία και την «υπέρβαση» (Uberstieg). Αρχέγονη πηγή, Ιστορικότητα, Δυνατότητα, Υπέρβαση, Ύπαρξη, όλα είναι ελευθερία. Όλα καθορίζουν και καθορίζονται απ’ αυτήν!
Οι πολιτικές διαστάσεις αυτής της αναλυτικής είναι σαφέστατες: Οι άνθρωποι – και μόνον αυτοί, διότι μόνον αυτοί είναι Ύπαρξη) (Dasein) – απελευθερωμένοι από υλιστικούς αιτιοκρατικούς καταναγκασμούς και με μοναδικούς περιορισμούς το δίπολο συν-ύπαρξη – ρίζες – Δηλαδή, το σύνολο που ο Χάιντεγγερ αποκαλεί «Μέριμνα), η οποία είναι και αυτή θεμελιώδης συστατική οντολογική ιδιότητα του (Dasein) – υπάρχουν, κινούνται ακαταπαύστως προς την θέαση του Είναι και την υπέρβαση της τραγικότητας – αγωνίας τους, και εν τέλει παράγουν βουλητικώς πολυεπίπεδες σχέσεις Πολιτικής (δηλαδή, τρόπους ενέργειας της Ύπαρξης προς τα πράγματα) και Ιστορίας (δηλαδή, τρόπους δημιουργίας και αοκρυσταλλώσεως των πραγμάτων).
Είναι λοιπόν ο Χάιντεγγερ ένας πολιτικός φιλόσοφος; Ασφαλώς όχι! Οι ερμηνείες μας είναι αρκετά υποκειμενικές και ενέχουν το στοιχείο της αγωνιώδους προσπάθειας για μια πλήρη (;) αποκάλυψη ενός «δύσκολου» και «δύστροπου» πνευματικού ανθρώπου. Ο Χάιντεγγερ, όπως προαναφέραμε, είναι ένας «καθαρός» φιλόσοφος. Δεν «εκχυδαϊζει» την επιστήμη του, διότι λειτουργεί σε ένα άλλο επίπεδο: αυτό της θεωρητικής και της οντολογικής Φιλοσοφίας. Αναλύει μόνον την δομή (ουσία) των όντων και δεν παρεισφρύει σε άλλους τομείς. Αφήνει τα συμπεράσματά στον αναγνώστη των κειμένων του και οι οπτικές γωνίες από τις οποίες μπορεί να δει κανείς το έργο του, είναι πολλές. Ωστόσο, η όλη εναγώνια προσπάθειά του να εξαγάγει την Ύπαρξη από την τραγικότητά της, φανερώνει τις παραπάνω πολιτικές (ξανατονίζουμε, με την ευρεία έννοια) προεκτάσεις που είναι κάτι παραπάνω από βέβαιες, και σίγουρα συνιστούν ένα στοιχείο το οποίο έχει παραγνωρισθεί από τους πιο πολλούς ευτρυφήσαντες σ’ αυτόν. Θα μπορούσαμε, με κάποια ελευθερία στον λόγο μας, να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν καθολικά ανθρώπινο φιλόσοφο (εννοώντας όλες τις διαστάσεις του «ανθρώπινου», δηλαδή και την πολιτική) σε αντίθεση με τον Μάρξ, που συνέδεσε άμεσα την υλιστική του φιλοσοφία με την πολιτική πραξιολογία ή τους Νίτσε και Μπερξόν, που υπήρξαν περισσότερο λυρικοί και ιστορικολογοτεχνικοί.
Από τα προεκτεθέντα πιστεύουμε ότι απορρέει μία αναμφισβήτητη διαχρονικότητα σκέψης, η οποία και καθιστά τον Χάιντεγγερ πάντα επίκαιρο, σύγχρονο και πάντα αναζωογονητή της Φιλοσοφίας και της σκεπτόμενης και αγωνιούσης ανθρώπινης υπάρξεως. Εμφαίνεται στο έργο του ότι αυτό έχει τα μέγιστα από την πνοή και την ουσία του λόγου των Αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι πρώτοι θεμελίωσαν τον φιλοσοφικό στοχασμό και τον ορθό λόγο και γι’ αυτό, ακριβώς τους εδόθη ο χαρακτηρισμός «κλασσικοί», δηλαδή παντοτινοί! Η σκέψη του Χάιντεγγερ είναι (και θα είναι), λοιπόν, παντοτινή, διότι δεν ελησμόνησε τον απώτερο επιστημονικό στόχο της Φιλοσοφίας (το Φ με κεφάλαιο) που είναι η καθοδήγηση του γίγνεσθαι των άλλων επιστημών. Ο Χάιντεγγερ είχε υπ’ όψιν του ότι η Φιλοσοφία αποτελεί πάντοτε μία γενίκευση και μία υπέρβαση των επί μέρους επιστημονικών αληθειών και ανακαλύψεων. Ότι εκφράζει μία καθολικότητα και ασκεί μία συζευγύνουσα επόπτευση πάνω στις φυσικές, μαθηματικές, οικονομικές, βεβαιότητες των υπολοίπων επιστημών, οι οποίες έχουν μία διάσταση συγκεκριμένη και «τεχνοκρατική».Ότι για την Φιλοσοφία, καθ’ ο μέτρο οργανώνεται σε ανθρωποκεντρικές μορφές σκέψεως, η αλήθεια είναι διαχρονική, ενώ οι βεβαιότητες των άλλων επιστημών προϊόντος του χρόνου υπόκεινται σε αναθεώρηση. Η πολυσήμαντη σκέψη του Χάιντεγγερ, όμως, είναι (και θα είναι) παντοτινή και για έναν πολύ σημαντικότερο λόγο: γιατί, όσο θα υπάρχει ανθρώπινη ύπαρξη, θα υπάρχει και ανθρώπινη φιλοσοφία (το φ με μικρό) που θα προσπαθεί «να χτίσει έναν πύργο που θα φτάνει στο «Άπειρο» και πάντα «η γη θα ανοίγεται σε αβύσσους». Και πάντα κάποιος σαν τον Χάιντεγγερ θα προσπαθεί να ερμηνεύσει όλα αυτά…
