“Ηταν μια φρικτή νύχτα του Νοέμβρη που είδα όλους τους κόπους μου να ολοκληρώνονται μέσα στην πραγμάτωσή τους. Με υπερένταση που άγγιζε σχεδόν τα όρια της αγωνίας, μάζεψα γύρω μου τα όργανα που μ’ αυτά θα μπορούσα να ανάψω μια σπίθα από ζωή στο άψυχο αυτό πράγμα που βρισκόταν ξαπλωμένο στα πόδια μου…. η βροχή χτυπούσε αδιάκοπα και μονότονα πάνω στα τζάμια του παραθύρου όταν μέσα στο μισόφωτο είδα να ανοίγουν τα νωθρά κίτρινα μάτια του πλάσματος”.
Μαίρη Σέλλευ
“Φρανκεστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας”
T o 1931 η εταιρεία Uninersal Studios με την ταινία τρόμου “Φρανκεστάιν-ο άνθρωπος που δημιούργησε ένα τέρας” κερδίζει τις εντυπώσεις του κινηματογραφόφιλου κοινού. Η τεράστια επιτυχία που είχε αυτή η ταινία οφειλόταν στη σκηνοθετική μαεστρία του Τζέημς Χουαίηλ και στην εκφοβιστική μορφή του ηθοποιού Μπόρις Καρλώφ, ιδανικού για το ρόλο του τέρατος. Πολλές άλλες ταινίες οι οποίες ακολούθησαν έκτοτε, μέχρι τα πολύ πρόσφατα χρόνια δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ακολουθήσουν πιστά τα ίχνη της πρώτης. Ο “Φράνκεστάιν” είναι στις ημέρες μας μια κλασσική ταινία τρόμου και όπως φαίνεται από το ενδιαφέρον τόσο των σκηνοθετών όσο και του κοινού πρόκειται για μια ιστορία που δεν φαίνεται να εξαντλείται ποτέ, ίσως επειδή εκφράζει την άμετρη υπερηφάνεια και τη διάθεση του ανθρώπου να κυριαρχήσει πάνω στη φύση αλλά και στον ίδιο το θάνατο.
Η ιστορία της ταινίας ωστόσο δεν ήταν αποτέλεσμα ενός ευφάνταστου σεναριογράφου αλλά καρπός της φαντασίας μιας δεκαεννιάχρονης επίδοξης όσο και ταλαντούχου συγγραφέως, της Μαίρη Σέλλευ η οποία εμπνεύστηκε μια ιστορία φρίκης και τρόμου μέσα σε μια νύκτα θύελλας και ύστερα από ένα στοίχημα με τον λόρδο Μπάυρον!
Η Μαίρη Σέλλευ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1797. Πατέρας της ήταν ο Γουίλλιαμ Γκόντγουιν ριζοσπάστης φιλόλογος και εισηγητής του αναρχισμού στην Αγγλία, η μητέρας της Μαίρη Γουλστόνεκραφτ, ήταν φεμινίστρια, συγγραφέας με προοδευτικές ιδέες και μεγάλη φήμη. Η Μαίρη βρέφος μόλις δέκα ημερών έχασε τη μητέρα της από επιλόχειο πυρετό. Κάτω από τη σοφή καθοδήγηση του πατέρα της η Μαίρη απέκτησε από πολύ μικρή μια πλατειά πνευματική καλλιέργεια και σε ηλικία 16 μόλις ετών ήταν σε θέση να μιλά και να διαβάζει πέντε γλώσσες, ανάμεσά τους και την ελληνική. Τον Ιούλιο του 1814 αλληλοαπήχθη με τον εραστή της ποιητή Πέρσυ Σέλλευ και μετέβη μαζί του στην Ευρώπη. Το 1816 η Μαίρη και ο Πέρσευ παντρεύτηκαν, απέκτησαν τέσσερα παιδιά από τα οποία μόνο το ένα επέζησε, ο Πέρσυ Φλόρενς.
Το καλοκαίρι του 1816 το ζευγάρι βρέθηκε στη Γενεύη όπου συναντήθηκε με τον λόρδο Μπάυρον. Σχηματίστηκε τότε μια παρέα με μεγάλες πνευματικές ανησυχίες που αποτελείτο από τους Σέλλευ, τον Μπάυρον, την Μαίρη Κλαίαρ, ετεροθαλή αδελφή της Μαίρη και ερωμένη του Μπάυρον και τον ιατρό και γραμματέα του λόρδου Τζων Γουίλλιαμ Πολιντόρι.
Οι μελαγχολικές ημέρες με τον Μπάυρον
Η Μαίρη Σέλλευ περιέγραψε χαρακτηριστικά τις υγρές και μελαγχολικές εκείνες ημέρες. “Όμως εκείνο το καλοκαίρι αποδείχτηκε υγρό, μελαγχολικό και συχνά η αδιάκοπη βροχή μας έκλεινε επί ημέρες στο σπίτι. Σε κάτι τέτοιες ώρες ήταν που έπεσαν στα χέρια μας μερικοί τόμοι με ιστορίες για φαντάσματα, μεταφρασμένοι από τα γερμανικά στα γαλλικά. (…) “Θα γράψουμε ο καθένας από μια ιστορία με φαντάσματα” είπε ο λόρδος Μπάυρον και αμέσως η πρότασή του έγινε αποδεκτή “. Τελικά στο ιδιότυπο αυτό στοίχημα οι μόνοι που αντεπεξήλθαν καθώς ολοκλήρωσαν τις ιστορίες τους ήταν ο Πολιντόρι και η Σέλλευ.
Ωστόσο η νεαρή συγγραφέας δυσκολεύτηκε πολύ να ανακαλύψει κάποια πηγή έμπνευσης που θα της επέτρεπε να αρχίσει την ιστορία της “Εγώ πίεσα τον εαυτό μου να σκεφτεί μια ιστορία (…). Μια ιστορία που να μιλούσε για τους μυστηριώδεις φόβους της φύσης μας και που να ξυπνούσε συνταρακτικούς τρόμους-μια ιστορία που να έκανε τον αναγνώστη να κοιτάει με φόβο γύρω του, να παγώνει το αίμα στις φλέβες του και να επιταχύνει τους χτύπους της καρδιάς του.(…). Σκεπτόμουν, στοχαζόμουν, μάταια όμως. Ενιωθα εκείνο το κενό που δημιουργεί η ανυπαρξία της έμπνευσης και που είναι η μεγαλύτερη δυστυχία της συγγραφικής δουλειάς (…). “Σκέφτηκες καμία ιστορία;” με ρωτούσαν κάθε πρωί και κάθε πρωί ήμουν αναγκασμένη να απαντάω με μια άρνηση που μου έφερνε ντροπή”.
Μια νύχτα η Σέλλευ είχε έναν εφιάλτη στην διάρκεια του οποίου είδε έναν σπουδαστή που βασανιζόταν με την ιδέα της δημιουργίας μιας νοήμονος τεχνητής ζωής και συλλογιζόταν τρομαγμένος το τέρας που θα κατασκεύαζε. “Είδα τον ωχρό σπουδαστή των ανίερων τεχνών να γονατίζει δίπλα στο πράγμα που είχε συναρμολογήσει.” Είδα το αποκρουστικό φάντασμα ενός ξαπλωμένου άνδρα. (….). Κοιμάται μα ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια του, κοιτάει, το φοβερό πράγμα στέκεται στο πλάι του κρεβατιού του, ανοίγει τις κουνουπιέρες και τον κοιτάζει με τα κίτρινα, υγρά, εξεταστικά του μάτια.
Ανοιξα τα δικά μου με τρόμο. Η ιδέα είχε κυριεύσει σε τέτοιο βαθμό το μυαλό μου που μ’ έκανε να τρέμω ολόκληρη από φόβο(….). Ξαναγύρισα στη φρικιαστική μου ιστορία-την ανιαρή, άτυχη φρικιαστική ιστορία! Ω! Αν μπορούσα να σκαρώσω μια που να τρόμαζε τον αναγνώστη μου όπως εγώ είχα τρομάξει εκείνη τη νύχτα!”.
Από έναν εφιάλτη λοιπόν γεννήθηκε μια από τις πιο εφιαλτικές ιστορίες τρόμου. Η πνευματική καλλιέργεια της συγγραφέως αποτελούσε εγγύηση για την ποιότητα του έργου. Στις 14 Μαίου 1817 η Σέλλευ ολοκλήρωσε την ιστορία της και της έδωσε τον τίτλο “Φρανκεστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας”.
Το έργο εκδόθηκε ανώνυμα το 1818 στο Λονδίνο και σημείωσε τέτοια επιτυχία που έγινε το πρώτο σε πωλήσεις βιβλίο εκείνης της εποχής. Ολοι οι κριτικοί θεώρησαν ως συγγραφέα της ανώνυμης αυτής έκδοσης τον Πέρσυ Σέλλευ. Οταν όμως το 1823 με την δεύτερη έκδοση αποκαλύφθηκε ο αληθινός συγγραφέας του “Φρανκεστάιν” όλοι έμειναν άναυδοι. Ο λόρδος Μπάυρον είπε στον εκδότη του Τζων Μάρραιη “Νομίζω πως για μια κοπέλα δεκαεννιά χρονών είναι μια θαυμάσια δουλειά, και να φανταστείς πως εκείνο τον καιρό δεν ήταν ούτε δεκαεννιά”.
Ο τρόμος της τεχνολογίας
Γιατί όμως η ιστορία αυτή προκάλεσε τόσο μεγάλη εντύπωση και τι ήταν αυτό που την κατέστησε κλασσική; Η Σέλλευ θέτει στον αναγνώστη το ερώτημα τι θα συμβεί αν η τεχνολογία δραπετεύσει από τα χέρια του ανθρώπου. Σύμφωνα με κριτικούς, αναλυτές και συγγραφείς το αμείλικτο αυτό ερώτημα το διαπραγματεύονται άριστα μονάχα δύο έργα: ο “Φρανκεστάιν” και το “1984” του Τζώρτζ Οργουελ.
Ειδικά στο πρώτο έργο μπορούμε να παρατηρήσουμε πως ο “δημιουργός” ενός ανθρώπου ο Βίκτωρ Φρανκεστάιν έχει, χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες, καταλήξει στο να καταστρέψει τη ζωή τη δική του και εκείνες των αγαπημένων του προσώπων. Ο Βίκτωρ γεννήθηκε στη Γενεύη. Ως γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας είχε τη δυνατότητα να σπουδάσει ιατρική στη γενέτειρά του και στο εξωτερικό. Ηταν ένας πολύ καλός σπουδαστής και όπως κάθε ημέρα ανακάλυπτε και καινούργια πράγματα στην επιστήμη του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ζωντανή ύπαρξη από μέλη νεκρών ανθρώπων. Μη σκεπτόμενος τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η πράξη του αφοσιώθηκε απολύτως στην πρόθεσή του να δώσει ζωή σε έναν ανώτερο άνθρωπο, ο οποίος θα είχε μεγαλύτερη του φυσιολογικού μυική δύναμη και πολύ πιο ανεπτυγμένη νοημοσύνη. Αφού εργάστηκε ημέρες ολόκληρες χωρίς ξεκούραση, τελικά ολοκλήρωσε την εργασία του. Οταν το πλάσμα έλαβε ζωή, ο Βίκτωρ Φρανκεστάιν ανακάλυψε με τρόμο ότι είχε δημιουργήσει ένα τέρας. Εγκατέλειψε το δημιούργημά του στην τύχη του και μερικούς μήνες αργότερα αποφάσισε να επιστρέψει στη Γενεύη μαζί με έναν παιδικό του φίλο τον Κλερβάλ. Επιστρέφοντας στο σπίτι του ο Βίκτωρ έμαθε με οδύνη ότι ο μικρός του αδελφός Γουίλιαμ είχε βρεθεί στραγγαλισμένος. Μια νύχτα διέκρινε μια φιγούρα που του φάνηκε ανθρώπινη και η οποία ανήκε στο πλάσμα που είχε ο ίδιος δημιουργήσει.
Κατάλαβε ότι αυτό ήταν που σκότωσε τον αδελφό του αλλά δεν τόλμησε να το ανακοινώσει στην οικογένειά του. Μερικές ημέρες αργότερα, μια υπηρέτρια της οικογένειας η Ζυστίν, κηρύχθηκε ένοχη της δολοφονίας του αγοριού και εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού. Ο Βίκτωρ αισθάνθηκε ένοχος και για τους δύο θανάτους και περιέπεσε σε βαθιά κατάθλιψη “…….κουρελιασμένος από τύψεις, φρίκη και απελπισία, έβλεπα εκείνους που αγαπούσα να θλίβονται μάταια πάνω στους τάφους του Γουίλιαμ και της Ζυστίν, που ήταν τα πρώτα άτυχα θύματα των ανόσιων πειραμάτων μου”.
Λίγο καιρό αργότερα ο Βίκτωρ, συνάντησε το τέρας, σε μια περιπλάνησή του στην κοιλάδα του Σαμονί. Εκείνο τον αναγνώρισε ως τον δημιουργό του και ξεκίνησε μαζί του μια μακρά συνομιλία κατά τη διάρκεια της οποίας του ομολόγησε ότι ήταν υπεύθυνο για το φόνο του Γουίλιαμ και την ενοχοποίηση της Ζυστίν. Το τέρας αφού του εξέφρασε την απογοήτευσή του για τους ανθρώπους, οι οποίοι το καταδίωκαν εξαιτίας της δυσμορφίας του έθεσε στον Βίκτωρ ένα εκβιαστικό δίλλημα. Ή θα του κατασκεύαζε μια σύντροφο και εκείνο σε αντάλλαγμα θα του χάριζε την ησυχία του η θα στρεφόταν εναντίον και της υπόλοιπης οικογένειάς του: “Δεν θα χωρίσουμε ώσπου να υποσχεθείς ότι θα συμμορφωθείς με την απαίτησή μου. Είμαι μόνος και δυστυχισμένος, κανένας άνθρωπος δεν θέλει να έχει σχέση μαζί μου, μα μια γυναίκα το ίδιο δύσμορφη και φοβερή σαν κι εμένα δε θ’ αρνιόταν να μου κάνει συντροφιά. Η συντρόφισσά μου πρέπει να είναι σαν κι εμένα και να’ χει τα ίδια ελαττώματα. Μια τέτοια ύπαρξη πρέπει να δημιουργήσεις”.
Ο νεαρός επιστήμονας στην προσπάθεια του να μείνει μακριά από τα αγαπημένα του πρόσωπα (τους γονείς του και την εξαδέλφη και μνηστή του Ελίζαμπεθ) όσο καιρό θα κατασκεύαζε τη σύντροφο του τέρατος αποφάσισε να μεταβεί στην Αγγλία. Ο Κλερβάλ, ύστερα από υπόδειξη του πατέρα Φρανκεστάιν και της Ελίζαμπεθ, τον συνόδεψε στο ταξίδι του. Μετά από πολύμηνη περιπλάνηση ο Βίκτωρ, με την δικαιολογία ότι ήθελε να συνεχίσει την περιοδεία μόνος του, αποχωρίστηκε από τον φίλο του και επέλεξε ένα απομονωμένο νησάκι στο σύμπλεγμα των Ορκάδων στο βόρειο άκρο της Σκωτίας για να δημιουργήσει την μνηστή του τέρατος.
Καθώς όμως πλησίαζε ολοένα και περισσότερο στο τέλος της φρικιαστικής του εργασίας άρχισε να σκέφτεται το ενδεχόμενο το τέρας να χρησιμοποιήσει το νέα του σύντροφο για να διαιωνίσει τη γενιά του “….μια ράτσα από δαίμονες θα αναπαραγόταν πάνω στη γη που θα μπορούσε να τη φέρει σε μια αβέβαιη κατάσταση πλημμυρισμένη από τρόμο”.
Ενώ τον απασχολούσαν αυτές οι σκέψεις δέχτηκε την “επίσκεψη” του τέρατος, το οποίο τον είχε ακολουθήσει στο ταξίδι του για να βεβαιωθεί ότι ο δημιουργός του θα εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Η τρομακτική θέα του πλάσματος προκάλεσε μια έκρηξη θυμού στον Βίκτωρ ο οποίος κατέστρεψε το νέο ημιτελές δημιούργημά του. Το τέρας έφυγε διατυπώνοντας μια απειλή: “Καλά, λοιπόν, πηγαίνω, μα θυμήσου, θα είμαι μαζί σου τη νύχτα του γάμου σου”.
Λαμβάνοντας αυτά τα λόγια ως απειλή κατά της ίδιας του της ζωής ο Βίκτωρ οπλίστηκε με θάρρος και αποφάσισε να αντιμετωπίσει δυναμικά το τυραννικό του δημιούργημα.
Η πρώτη του ενέργεια ήταν να φορτώσει μια βάρκα με τα σύνεργα της τρομακτικής του εργασίας και να τα ρίξει στη θάλασσα ώστε ακόμη και αν αναγκαζόταν στο μέλλον να δημιουργήσει άλλο τέρας να μην είχε τη δυνατότητα. Η εξάντληση όμως τον λύγισε και αποκοιμήθηκε μέσα στη βάρκα η οποία τον παρέσυρε σε μια παραθαλάσσια πόλη της Ιρλανδίας.
Εκεί ο Βίκτωρ συνελήφθη με την κατηγορία του φόνου καθώς κοντά στο σημείο αποβίβασής του είχε βρεθεί το πτώμα ενός νεαρού άνδρα, του Χενρύ Κλερβάλ! Το τέρας είχε επιδώσει ξανά τα διαπιστευτηριά του. Υστέρα από μια τρίμηνη προφυλάκιση, κατά τη διάρκεια της οποίας έφτασε στα όρια της σχιζοφρένειας, ο νεαρός Φρανκεστάιν απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, η ψυχή του όμως δεν μπορούσε να απαλλαγεί από το βάρος των ευθυνών του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελβετία ακολούθησε μια περίοδος φαινομενικής ηρεμίας και η απόφαση της τέλεσης των γάμων με την αγαπημένη του εξαδέλφη.
Την νύχτα του γάμου το δράμα κορυφώθηκε. Έντρομος ο Βίκτωρ ανακάλυψε ότι ο στόχος του τέρατος δεν ήταν ο ίδιος αλλά η Ελίζαμπεθ: “Ορμησα και την αγκάλιασα με πάθος, μα η νεκρή αδράνεια κι η ακαμψία των μελών μου έλεγαν πως ότι κρατούσα τώρα μέσα στην αγκαλιά μου είχε πάψει πια να είναι η Ελίζαμπεθ, που είχα αγαπήσει και είχα λατρέψει. Πάνω στο λαιμό της φαινόταν καθαρά το φονικό σημάδι από το σφίξιμο του δαίμονα, που σταμάτησε την ανάσα της να βγαίνει από τα χείλη της”.
Το φρικτό του δημιούργημα του αφαιρώντας τη ζωή από τα αγαπημένα του πρόσωπα το καταδίκαζε στη βασανιστική μοναξιά που βίωνε το ίδιο.
Έχοντας πλέον μόνο την εκδίκηση ως στόχο και μόνο το μίσος ως συναίσθημα ο Βίκτωρ ξεκίνησε μια ανελέητη καταδίωξη του τέρατος που έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου τον Βόρειο Πόλο. Εκεί ο Βίκτωρ πέθανε από την εξάντληση και το κρύο. Το τέρας μετά από μια μακρά φιλοσοφική θεώρηση του εγώ του και της σύνδεσής με τον δημιουργό του αυτοκτόνησε αυτοπυρπολούμενο.
Επιστήμη πέρα από την ηθική
Ο πνευματικός καρπός της Σέλλευ κατατάχθηκε στις λεγόμενες “Γοτθικές Ιστορίες”. Ο όρος είναι δύσκολο να αναλυθεί αλλά σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο των κειμένων τα οποία ανήκουν σε αυτό το λογοτεχνικό είδος ασχολείται με το υπερβατικό και το φανταστικό έχοντας ένα συγκεκριμένο σκοπό: να φοβίσει τον αναγνώστη. Ο φόβος αυτός δεν απευθύνεται στην ψυχή για να προσφέρει κάποιο είδος κάθαρσης όπως στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Στόχος του είναι να υποστεί το σώμα, με πολύ έντονο τρόπο, τις φυσιολογικές αντιδράσεις στο φόβο. Κάποιοι πιο τολμηροί αναλυτές όμως αναφέρουν πως ο “Φρανκεστάιν” εγκαινιάζει έστω και δειλά το πέρασμα από τις “Γοτθικές Ιστορίες” στις ιστορίες επιστημονικής φαντασίας καθώς το αποκρουστικό πλάσμα του Βίκτωρ είναι δημιούργημα της επιστήμης και όχι κάποιας υπερφυσικής δύναμης η αιώνιας κατάρας (πχ κόμης Δράκουλας).
Μερικοί αναλυτές υποστήριξαν ότι ο “Φρανκεστάιν” δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συμπύκνωση των ιδεών του Γκότγουιν πατέρα της συγγραφέως.
Ο Γκόντγουιν πίστευε πως οι θεσμοί όπως οι κυβερνήσεις, οι νόμοι, οι γάμοι κ.α. επέβαλαν περιορισμούς στις ζωές των ανθρώπων και ότι μόνο ένα νέο σύστημα που θα είχε ως βασική του αρχή την απαλλαγή από τα δόγματα και τη φιλανθρωπία θα μπορούσε να δημιουργήσει μια δίκαιη και ενάρετη κοινωνία. Μια τέτοια λοιπόν φωτισμένη κοινωνία θα απέρριπτε τους δογματισμούς και τις δεισιδαιμονίες της θρησκείας, την αυταρχικότητα των κυβερνήσεων και τις οικονομικές συνδιαλλαγές που ήταν συνδεδεμένες με τους γάμους εκείνης της εποχής. Το πιο σημαντικό όμως ήταν πως πίστευε ότι η αρετή κι η ευτυχία των ατόμων μπορούσε να προέλθει μόνο από στόχους που έχουν θεωρηθεί και συσταθεί “κοινωνικά”. “Το αληθινά μοναχικό άτομο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια ηθική ύπαρξη… Η συμπεριφορά του είναι αχρεία, επειδή έχει την τάση να βλέπει τον εαυτό του αξιολύπητα”. Θιασώτης, σε γενικές γραμμές, των ιδεών του πατέρα της η Σέλλευ δημιούργησε ένα πλάσμα που στην αρχή είναι καλοπροαίρετο σε σημείο αφέλειας και ζητάει από τους ανθρώπους τη στοργή, την αγάπη και την κατανόηση: “Ήμουν καλοπροαίρετος και καλός, η δυστυχία μ’ έκανε τέρας. Κάνε με ευτυχισμένο και θα ξαναγίνω ενάρετος”. Όταν όμως ο δημιουργός του το εγκαταλείπει και οι άνθρωποι το διώχνουν μην μπορώντας να αντέξουν τη δυσμορφία του μετατρέπεται αμέσως σε ένα εκδικητικό τέρας ….”Κάθε μέρα έπαιρνα όρκο να εκδικηθώ-ήθελα μια εκδίκηση βαθιά και απόλυτη, τέτοια που να είναι ανάλογη με τις προσβολές και τις αγωνίες που είχα περάσει” και αυτό γιατί βλέπει ότι παρά τις προσπάθειες του να προσεγγίσει τους ανθρώπους παραμένει μοναχικό, αξιολύπητο και δυστυχισμένο.
Πέρα από τις πολιτικές θέσεις της Σέλλευ το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάγνωση της ιστορίας είναι πως κανείς δεν ξέρει ποιος είναι το τέρας, ο νεαρός Φρανκεστάιν ή το δημιούργημά του. Ο νεαρός σπουδαστής της Ιατρική; χρησιμοποίησε τις γνώσεις του με ανοίκειο τρόπο και δημιούργησε μια αποτρόπαια και αποκρουστική ύπαρξη χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες. Ζήτησε ο ίδιος να υποκαταστήσει τον Θεό και να γίνει δημιουργός δίνοντας ζωή σε μια θλιβερή συρραφή ανθρώπινων μελών. Με αυτό τον τρόπο έκανε κακή χρήση της επιστήμης του και ξεπέρασε τα όρια αδιαφορώντας για το δημιούργημά του.
Εξαιτίας λοιπόν αυτής της κακής χρήσης της τεχνολογίας ο Φρανκεστάιν κατέστρεψε τη ζωή του, την οικογένειά του και το ίδιο του το κατασκεύασμα. Η περιγραφή του δρος Φρανκεστάιν αποτελεί ένα πορτραίτο όλων εκείνων των επιστημόνων οι οποίοι κινούμενοι πέρα από κάθε ηθική χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους πραγματοποιόντας επικίνδυνα πειράματα. Το δημιούργημα του Βίκτωρ αντιπροσωπεύει όλα εκείνα τα θύματα τα οποία είναι αναγκασμένα να ζήσουν με τις συνέπειες των πειραμάτων.
Αναφορές στην μυθολογία
Ένα σημείο του έργου στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι ο υπότιτλός του: “Σύγχρονος Προμηθέας”. Η ελληνική μυθολογία ήθελε τον Προμηθέα να κλέβει την φωτιά παρακινούμενος από την επιθυμία να ευεργετήσει τους ανθρώπους. Η ενέργεια του αυτή όμως σήμαινε και ανυπακοή και εξέγερση απέναντι στο θέλημα των θεών. Στη ρωμαϊκή μυθολογία ο τιτάνας παρουσιάζεται ως πλάστης ανθρώπων παρά ως σωτήρας τους. Η Μαίρη Σέλλευ ενώνει τους δύο μύθους και παρουσιάσει τον Φρανκεστάιν ως πλάστη-ευεργέτη. Ο νεαρός επιστήμονας έχει ως πρόθεση, λύνοντας το αιώνιο μυστήριο της ζωής και του θανάτου, να απαλλάξει τον άνθρωπο από τους αρχέγονους φόβους του και να τον ευεργετήσει χαρίζοντάς του μια πιο ευτυχισμένη και ήρεμη ζωή: “Η ζωή και ο θάνατος μου φάνηκαν ιδεατά όρια που θα έπρεπε πρώτα να διαχωρίσω κι έπειτα εισχωρώντας μέσα απ’ αυτά να χύσω ένα χείμαρρο φως στο σκοτεινό μας κόσμο”. Ετσι όμως παραβιάζει τις αιώνιες και άγνωστες αρχές που διέπουν αυτό τον κόσμο.
Οσο ο Φρανκεστάιν πλησιάζει πιο κοντά στο να εμφυσήσει ζωή στο άψυχο δημιούργημά του τόσο περισσότερο φτάνει στην έπαρση: “Ενα νέο ανθρώπινο είδος θα με υμνούσε σαν δημιουργό και σαν πηγή της υπαρξής του… Κανένας πατέρας δεν θα μπορούσε να αξιώσει την ευγνωμοσύνη του παιδιού του τόσο απόλυτα όσο θα μου άξιζε η δική τους”. Αυτή ακριβώς η αλαζονική απόπειρα να ξεπεράσει τα όρια του εαυτού του προκαλεί την συντριβή. Αυτή η στάση αντιγράφει την Ύβρι των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών η οποία έχει ως συνέπεια τη συντριβή από τη Νέμεσι των ανθρώπων που είχαν την έπαρση να τεθούν αντιμέτωπα με τους θεούς.
Για κάποιους ο “Φρανκεστάιν” είναι το πρώτο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Για άλλους είναι ένα από τα μεγάλα γοτθικά μυθιστορήματα. Πολλοί επίσης βλέπουν σε αυτή την ιστορία φιλοσοφικού στοχασμού “φορτωμένη” με βαθυστόχαστες αναζητήσεις περί της φύσης του ανθρώπου, τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου και τις δυνατότητες της ανθρώπινης γνώσης.
Πέρα από την προσωπική κριτική, το έργο αυτό αποτελεί ένα κλασικό αριστούργημα που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο τον αναγνώστη.
Ένα αναπάντητο ερώτημα…
Εκείνο το ερώτημα που μένει ακόμη αναπάντητο και προκαλεί πολλά υποθετικά σενάρια είναι γιατί η Μαίρυ Σέλλευ δεν δημιούργησε έναν θηλυκό Φρανκεστάιν και αφού τόλμησε νε εκφράσει κάτι το τόσο προοδευτικό για την εποχή της γιατί δεν προχώρησε ένα βήμα παραπέρα να μιλήσει για το δικό της φύλο (το οποίο υπόκειτο σε πολλούς περιορισμούς εκείνη την εποχή) και όχι για το ανδρικό.
Πως θα δρούσε μια γυναίκα στη θέση του πλάσματος του Φρανκεστάιν, με μεγαλύτερη του φυσικού μυική δύναμη, αγαθή αλλά και στα όρια της τρέλας αφού θα ήταν εγκαταλελειμμένη ακόμα και από αυτόν που τη δημιούργησε; Για ένα πνεύμα σαν της Σέλλευ δεν θα ήταν δύσκολο να δημιουργήσει ένα θηλυκό τέρας το οποίο θα έμοιαζε πάρα πολύ στο ανδρικό και θα έφερε ακόμα και τις βίδες στο λαιμό που εκείνο είχε…
