31 C
Αθήνα
11/07/2026
Αρθρογραφίαπρώτη σελίδα

Όταν ο Θεός οργίζεται…

γράφει ο Γιώργος Μάστορας

Ο Πίπης έφτιαξε την γραβάτα του προσεκτικά και ως γνήσιος Νάρκισσος κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε ευχαριστημένος το άψογο κολάρο του λαιμού, τον επιμελή κόμπο της γραβάτας, το στρουμπουλό πρόσωπο, τα αφράτα μάγουλα.
Σπύρος ήταν το όνομα με το οποίο τον προσφωνούσαν πλέον δημόσια, αλλά γνώριζε πολύ καλά πως πάντοτε θα ήταν ο Πίπης. Το παιδί καρπαζοεισπράκτορας του σχολείου, ο χαιρέκακος ρουφιάνος, εκείνος που ήταν ο απόβλητος της παρέας. Τώρα πια, όμως, είχε γίνει σπουδαίος και τρανός. Όλοι αυτοί που τον έφτυναν, τον έδερναν και τον περιφρονούσαν που ήταν;
Ήταν η μέρα που, επιτέλους, θα έκανε το διάγγελμα του ως πρωθυπουργός, σε ανοιχτή εκδήλωση. Από κάτω όλες οι άλλες “μεγάλες προσωπικότητες” του Τόπου. Όλοι τους, όμως, ένα σκαλί πια κάτω απ’ αυτόν. Γνώριζε πολύ καλά πως έφτασε στο να αποκτήσει αυτό το αξίωμα, προερχόμενος από πολύ χαμηλά. Συνεχείς αλλαγές απόψεων, ατελείωτες κολακείες και μόνιμο “γλείψιμο” στους εκάστοτε αρχηγούς του (μέχρι που έπαυαν πλέον να του είναι χρήσιμοι στην ανέλιξη του), αναλγησία και θράσος.
Χρησιμοποιούσε συστηματικά το τρίπτυχο “Πατρίδα – Θρησκεία – Οικογένεια”, στο οποίο και όντως πίστευε βαθύτατα. Αλλά με την δική του ερμηνεία. “Πατρίδα” ήταν τα δικά του στενά ατομικά συντηρητικά συμφέροντα. “Θρησκεία” η εξουσία και το χρήμα. “Οικογένεια” ο εαυτούλης του. Ούτε καν η σύζυγος του ή τα παιδιά του. Εξάλλου καλύτερη ήταν αυτή; Πήγε με αυτόν όχι γιατί τον αγάπησε ποτέ, αλλά για τα προνόμια που θα αποκτούσε μαζί του. Όσο για τα παιδιά, αμφέβαλλε εάν ήταν και δικά του…
Έκανε συνεχείς πρόβες όλη την τελευταία εβδομάδα, τιθάσευε τους τόνους των φράσεων, άφηνε τις σιωπές να αναπνέουν ώστε το βλέμμα του να απλωθεί με πατερναλιστική τρυφερότητα κάτω από τους υπηκόους του, ήξερε πότε να δείξει συγκινημένος, σε ποιο σημείο να δακρύσει, σε ποια στιγμή θα πει λέξεις που δεν τις πίστευε, όπως Έθνος, Λαός, Τιμή, Υπερηφάνεια, Παιδεία, Παράταξη, Θεός.
Θεός… Κολοκύθια! Δεν υπάρχει Θεός. Για την ακρίβεια, εάν υπάρχει είναι μόνο ο ίδιος. Κατάφερε να φτάσει στην κορυφή των βλέψεων του, με απίστευτα αηδιαστικές μεθόδους και καμιά “θεϊκή δύναμη” δεν τον σταμάτησε. Δεν είχε ανάγκη κανέναν Θεό, καμία καλοσύνη, καμία έντιμη ζωή.
Ήταν εύστροφος και ταλαντούχος στο να βρίσκει τρόπους να εκπλήσσει εντυπωσιακά τους άλλους. Σκηνοθετούσε φράσεις, άρπαζε από το πέτο όσους τον άκουγαν και τους στροβίλιζε στα κλειδιά της δικής του γλώσσας. Ήταν αίλουρος σ’ αυτό. Και πολύ φιλόδοξος. Γι’ αυτό και κάθε φορά φερόταν με τον απαραίτητο “σεβασμό” σε κάθε έναν που θα μπορούσε να συμβάλλει στην άνοδο του. Έβαζε πάντοτε πάνω του την σφραγίδα των εκάστοτε πιο ισχυρών, να τον νιώσουν “δικό τους”, κομμάτι του ίδιου σάπιου οικοδομήματος, που περίμενε την άδειά τους για να πάει ακόμη πιο ψηλά. Έστω και έρποντας…
Οι άδειες λέξεις και οι άνευ περιεχομένου χειρονομίες είχαν την ιδιαίτερη σημασία τους. Οι θεσμοί έπρεπε να ξεσκονιστούν για να παραμείνει βρώμικη η υπόλοιπη κοινωνία. Η τυπολαγνεία επιβεβαίωνε πανηγυρικά την αιωνιότητα ενός διεφθαρμένου κόσμου που είχε ήδη βουλιάξει ηθικά και πνευματικά. Τα σημάδια ήταν απειλητικά, οι αλλαγές ραγδαίες, με τις εντάσεις να αυξάνονται. Κάποιοι Άλλοι που Πίστευαν Πραγματικά σε αυτά που ο ίδιος υποκρινόταν ασύστολα, είχε φροντίσει, μαζί με άλλους χυδαία ομοίους του στην σκέψη και τις πράξεις, να τους συκοφαντήσει, να τους πολεμήσει ανέντιμα, να ποινικοποιήσει τις Ιδέες τους, να τους κλείσει φυλακή. Ας πρόσεχαν με ποιον/ποιους τα έβαζαν…
Εκείνος ήξερε καλά τα βήματα του λεκτικού χορού του, όταν αγόρευε. Ξεκινούσε πάντα από το “Παναγιότατε”. Μετά πήγαινε στο “αξιότιμοι”, κατέβαινε στο “αξιοσέβαστοι” και στο “καλοί” , περνούσε από το “δημοκράτες”, το “θεόσταλτοι” και το “αγωνιστές” και κατέληγε στο “αγαπητέ λαέ”.
Είχε έρθει η μεγάλη στιγμή. Πλήθος “προσωπικοτήτων” και “επωνύμων” από κάτω και όλη η Χώρα να παρακολουθεί από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι και κοίταξε με ύφος την γυναίκα του που καθόταν στην πρώτη σειρά και καμάρωνε για το ότι θα γινόταν η “πρώτη κυρία” του Τόπου. Ο Πίπης άπλωσε μια τελευταία μεγαλεπήβολη ανάσα και ξεκίνησε…
Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην δεύτερη κιόλας συλλαβή. Οι φθόγγοι κόλλησαν στον λαιμό και αρνούνταν να προχωρήσουν. Και ξαφνικά ξεπήδησαν μανιασμένοι άλλοι φθόγγοι, οι οποίοι είχαν αρπάξει τους πρώτους φθόγγους από τα μαλλιά, λες και είχε αρχίσει πυγμαχία μέσα στην στοματική του κοιλότητα.
“Παν…Παν…Παναχρειώτατε Μητροπολίτη”, άκουσε έντρομος τον εαυτό του να λέει. Όχι!!! Δεν μπορεί να του συνέβαινε αυτό. Και ειδικά όχι τώρα, αυτή την στιγμή. Κι όμως, υπήρχε και συνέχεια: “Αξιογάμητοι υπουργοί…”. Δεν είναι δυνατόν… Κάποιο κακό όνειρο θα ήταν, αλλά ο πόνος στα αφράτα μάγουλα του από τις γροθιές των συλλαβών συνεχιζόταν και δεν τον άφηνε να τρέφεται από τις ψευδαισθήσεις ενός ονείρου – εφιάλτη. Ίσα που πρόλαβε να δει με το βλέμμα του την τρεμάμενη σαν φοβισμένο θηλαστικό γενειάδα του Μητροπολίτη, που έδειχνε να έχει πάθει αποπληξία, καθώς και τα πρόσωπα των “αξιοτίμων”, με ανοιχτά τα στόματα τους λες και περίμεναν οδοντιατρική εξέταση.
Έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να σταματήσει την καταιγίδα του αυτοεξευτελισμού του με το χέρι στο στόμα, αλλά οι συλλαβές είχαν πάρει ντουντούκα και ανέβαιναν προς τα έξω με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ανεμίζοντας γηπεδικό κασκόλ…
“Αξιοξέραστοι πανεπιστημιακοί”, “καλ…, καλ…, κάλοι αδέξιοι πατριώτες”, είπε, νομίζοντας ότι θα λιποθυμήσει. Συνέχισε, όμως, ανήμπορος να σταματήσει το στόμα και το χέρι, τα οποία αρπαγμένα από επαναστατημένες στο δικό του “θέλω” λέξεις κινούνταν ανεξέλεγκτα και παράλληλα, δίνοντας ανεπανάληπτο στα χρονικά “σόου”: “δημοπράτες πολίτες”, “θεόμουρλοι διανοούμενοι “, “αυνανιστές αριστεροί”, καταλήγοντας εξαντλημένος και έντρομος στο “αγάμητε λαέ”…
Ίσα που πρόλαβε να χαμογελάσει αμήχανα, αποχαιρετώντας την μέρα, την καριέρα, αλλά και την ζωή που έφευγε. Ο τελευταίος ήχος που άκουσε ήταν τα λόγια οργής των “τιμώμενων”, που δείχνοντας κι αυτοί το πραγματικό δικό τους υπόβαθρο, κατέβαζαν “χριστοπαναγίες”, μαζί με τον γδούπο της συζύγου του που σωριαζόταν κι αυτή στο δάπεδο…
Ο Πίπης δεν είχε υπολογίσει ένα γνωστό λαϊκό γνωμικό:”Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει”. Μόνο που στην περίπτωση του υπήρξε και συνέχεια:” Καμία φορά, οργίζεται κιόλας”.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

8 Ιουλίου 1958: βρετανικές δυνάμεις κατοχής ανατινάζουν το οίκημα της Ανόρθωσης (video)

Mixalis

Οι Ισπανοί εθνικιστές της Νucleo Nacional προχωρούν στην δημιουργία πολιτικού κόμματος

Mixalis

7 Ιουλίου 1930: Πεθαίνει ο συγγραφέας του Σέρλοκ Χόλμς, Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ

Mixalis